Πέρασε μία εβδομάδα από την έναρξη της σύρραξης και οι αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό
Μία εβδομάδα από την έναρξή του ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται με αμείωτη ένταση δοκιμάζοντας τις στρατηγικές των αντιπάλων. Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ θα επιτύχουν και σε ποιον βαθμό τον κοινό διακηρυγμένο στόχο τους;
- Από τον Περικλή Ζορζοβίλη
Την καταστροφή του πυραυλικού και πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράν, την απομείωση της στρατιωτικής του ισχύος και τη συστηματική αποδόμηση του θεοκρατικού καθεστώτος διά στοχευμένων επιθέσεων εξουδετέρωσης ηγετικών και ανώτατων στελεχών, με τελικό αντικειμενικό σκοπό την ανατροπή και αντικατάστασή του από φιλική κυβέρνηση. Ή η Τεχεράνη με την επέκταση του πολέμου στις χώρες του Κόλπου αλλά και πέραν αυτών θα επιτύχει να αυξήσει το κόστος και να ακυρώσει τους αμερικανοϊσραηλινούς σχεδιασμούς;
Η ανατροπή καθεστώτος δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται από τις ΗΠΑ και η βασική μεθοδολογία δεν διαφέρει σε σχέση με το παρελθόν. Τις τελευταίες δεκαετίες οι ΗΠΑ πέτυχαν την ανατροπή του Νοριέγκα στον Παναμά (1989), των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν (2001) και του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ (2003). Κοινό χαρακτηριστικό των τριών περιπτώσεων είναι ότι οι επιχειρήσεις συμπεριλάμβαναν εκτεταμένη δράση χερσαίων δυνάμεων («boots on the ground»: «άρβυλα στο έδαφος»). Στον Παναμά, στην επιχείρηση «Just Cause» («Δίκαια Αιτία»), που άρχισε στις 20 Δεκεμβρίου 1989 και ολοκληρώθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1990 με την παράδοση του στρατηγού Μανουέλ Νοριέγκα, ο οποίος από το παρασκήνιο ασκούσε απόλυτο έλεγχο στη χώρα ως δικτάτορας, έλαβαν μέρος 27.000 άτομα, προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ.
Στο Αφγανιστάν, στην επιχείρηση «Enduring Freedom» («Διαρκής Ελευθερία»), που άρχισε στις 7 Οκτωβρίου 2001, περίπου έναν μήνα μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της Αλ Κάιντα στο μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και ολοκληρώθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2014, έλαβε μέρος κυμαινόμενος αριθμός στρατιωτικού προσωπικού των ΗΠΑ (το πρώτο δίμηνο περίπου 5.500 άτομα). Ομως στην ανατροπή των Ταλιμπάν καθοριστική ήταν η δράση τοπικών συμμάχων των ΗΠΑ. Του Ενωμένου Ισλαμικού Μετώπου (Βόρεια Συμμαχία), τον χαρισματικό ηγέτη του Αχμάντ Σαχ Μασούντ, («Λιοντάρι του Παντζσίρ»), πρωταγωνιστή της αντίστασης των μουτζαχεντίν κατά τη σοβιετική κατοχή (1979-1989), δολοφόνησαν οι Ταλιμπάν στις 9 Σεπτεμβρίου 2001, δύο 24ωρα πριν από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ, του ουζμπεκικής καταγωγής στρατηγού Αμπντούλ Ρασίντ Ντόστουμ, διαβόητου για τον οπορτουνισμό του στην επιλογή των συμμαχιών του, αλλά και τοπικών πολεμάρχων των Ταλιμπάν που εξαγοράστηκαν για να αλλάξουν στρατόπεδο.
Στο Ιράκ, στην επιχείρηση «Ιρακινή Ελευθερία» («Iraqi Freedom»), μετείχαν περί τα 250.000 άτομα, προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ με τον στρατό να εμπλέκει οκτώ σχηματισμούς επιπέδου μεραρχίας. Σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις καθοριστικό ρόλο στο πεδίο διαδραμάτισαν οι δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ και προσωπικό (αξιωματικοί και παραστρατιωτικές ομάδες) της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CIA: Central Intelligence Agency).
Προς το παρόν η προϋπόθεση «boots on the ground» δεν συντρέχει στο Ιράν, ούτε μέχρι σήμερα έχει διαφανεί η πρόθεση ΗΠΑ και Ισραήλ να εμπλέξουν τις χερσαίες δυνάμεις τους. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα αν ο τελικός αντικειμενικός σκοπός, η ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος, θα επιτευχθεί μόνο μέσω αεροπορικών και πυραυλικών προσβολών. Φυσικά θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι εντός της επικράτειας του Ιράν επιχειρούν δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων και στοιχεία όπως η ομάδα Jawbreaker («σκληρή καραμέλα» ή μεταφορικά «γλωσσοδέτης) της CIA στην επιχείρηση «Διαρκής Ελευθερία».
Ομως δεν μπορεί να εκτιμηθεί το πρακτικό αποτέλεσμα που μπορούν να επιφέρουν, καθώς παρά την καταγεγραμμένη ισχυρή δυσαρέσκεια για το θεοκρατικό καθεστώς, που κατέχει επί σχεδόν 50 χρόνια την εξουσία, ο φόβος ακραίας καταστολής και εξοντωτικών αντιποίνων περιορίζει τη διάθεση μαζικής συμμετοχής στην ανατροπή του καθεστώτος. Για αυτόν τον λόγο, μέχρι στιγμής το κάλεσμα του προέδρου Τραμπ στους Ιρανούς να αναλάβουν τις τύχες της χώρας τους δεν βρίσκει ανταπόκριση.
Τη μαζική κινητοποίηση των Ιρανών δυσχεραίνει και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η αντιπολίτευση. Θύμα της μακρόχρονης παραμονής του καθεστώτος στην εξουσία, είναι κατακερματισμένη, χωρίς ισχυρή επιρροή στον κυβερνητικό μηχανισμό και στις ένοπλες δυνάμεις, ενώ στερείται τον χαρισματικό ηγέτη που θα προσωποποιήσει την ισχυρή δυσαρέσκεια και θα κινητοποιήσει τους Ιρανούς πολίτες. Τον περασμένο Ιούλιο ο Ρεζά Παχλεβί, ο μεγαλύτερος γιος του τελευταίου σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλεβί, είχε δηλώσει ότι περί τα 50.000 στελέχη της κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων είχαν εγγραφεί σε κρυπτασφαλισμένη πλατφόρμα της αντιπολίτευσης με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ενδείξεις για την ακρίβεια της δήλωσης, ούτε για να εκτιμηθεί ότι κατέχουν τις θέσεις, την επιρροή και την ισχύ για να γείρουν αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ της αντιπολίτευσης. Πάντως, οι πρόσφατες πληροφορίες για τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ προέδρου Τράμπ και των ηγετών τριών κομμάτων της κουρδικής μειονότητας σε Ιράν και Ιράκ και η φερόμενη διάθεση του πρώτου να τους ενισχύσει με οπλισμό υποδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ, έχοντας γνώση του προβλήματος «boots on the ground», αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για να το αντιμετωπίσουν. Είναι όμως άγνωστο εάν οι στρατιωτικές δυνατότητες των Κούρδων μαχητών θα αποδειχθούν ισάξιοι της Βόρειας Συμμαχίας στο Αφγανιστάν, όπου με την ισχυρή αεροπορική υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ πέτυχε εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Ο στρατηγός Φρανκς και η μηχανική της ανατροπής
Στην αυτοβιογραφία του, που εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο «American Soldier» («Αμερικανός Στρατιώτης»), ο στρατηγός Τόμι Φρανκς, που ως διοικητής της CENTCOM από τον Ιούνιο του 2000 έως τον Μάιο του 2003 ήταν επικεφαλής των επιχειρήσεων «Διαρκής Ελευθερία» και «Ιρακινή Ελευθερία», παρέχει στοιχεία που σκιαγραφούν τη μεθοδολογία ανατροπής καθεστώτων. Μεταξύ αυτών και το χειρόγραφο σκαρίφημα που σχεδίασε στις 8 Δεκεμβρίου 2001, σχεδόν 15 μήνες πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων στο Ιράκ, στη διάρκεια των οποίων εξελίχθηκε στο Επιχειρησιακό Σχέδιο 1003V (Operational Plan – OPLAN 1003V), που στην πράξη εφαρμόστηκε ως επιχείρηση «Ιρακινή Ελευθερία».
Στο σκαρίφημα του Φρανκς οι κάθετες γραμμές αποτελούν τις «φέτες» («slices»), τα κατά Κλαούζεβιτς «κέντρα βαρύτητας», δηλαδή τους πυλώνες του καθεστώτος, και οι οριζόντιες γραμμές τις «επιχειρησιακές γραμμές» (Lines of Operations – LOO) που θα προσβάλλουν τα εχθρικά κέντρα βαρύτητας ή θα επιδράσουν επί αυτών. Ως «φέτες» του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν ο Φρανκς καθόρισε τις: ηγεσία (Leadership), εσωτερική ασφάλεια / υπηρεσίες πληροφοριών του καθεστώτος (Internal Security / Regime Intelligence), Οπλα Μαζικής Καταστροφής – υποδομή / έρευνα & ανάπτυξη (Weapons of Mass Destruction – WMD Infrastructure / Research & Development), Δημοκρατική Φρουρά / Ειδικές Δυνάμεις Δημοκρατικής Φρουράς (Republican Guard / Special Republican Guard Forces), επιλεγμένων σχηματισμών – μονάδων των ενόπλων δυνάμεων (Selected Regular Army Forces), επικράτεια [Νότος, Βορράς, Δύση – Territory (South, North, West)], υποδομές (Infrastructure), πληθυσμός (civilian population), εμπορική (οικονομική) και διπλωματική επιρροή (Commercial and Diplomatic Leverage).
Ως επιχειρησιακές γραμμές («Lines»), που, όπως αναφέρει ο στρατηγός Φρανκς, είναι «πολύ περισσότερο από στρατιώτες, άρματα και αεροσκάφη», για την προσβολή των «φετών» ή την επίδραση επί αυτών καθόρισε τα: επιχειρησιακά πυρά (Operational Fires), επιχειρήσεις δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων (SOF Operations), επιχειρησιακός ελιγμός (Operational Maneuver), πληροφοριακές επιχειρήσεις (Information Operations), ανορθόδοξος πόλεμος / υποστήριξη δυνάμεων αντιπολίτευσης (Unconventional Warfare / Support Opposition Groups), πολιτικό – στρατιωτικό (Political – Military), επιχειρήσεις πολιτικοστρατιωτικές (Civil – Military Operations).
Τα «αστεράκια» που πρόσθεσε ο στρατηγός Φρανκς σε επιλεγμένα σημεία τομής των «φετών» και των «γραμμών» καθορίζουν τα σημεία εστίασης που αποτελούν τη βάση για τη λεπτομερή επιχειρησιακή σχεδίαση. Για παράδειγμα, με τη χρήση επιχειρησιακών πυρών επιδιώκεται η προσβολή ή επίδραση επί της ηγεσίας, των μηχανισμών εσωτερικής ασφάλειας – υπηρεσιών πληροφοριών του καθεστώτος, της Δημοκρατικής Φρουράς και των Ειδικών Δυνάμεων της Δημοκρατικής Φρουράς και επιλεγμένων σχηματισμών – μονάδων των ενόπλων δυνάμεων.
Οπως κατέγραψε η ιστορία, το OPLAN 1003V πέτυχε την ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν σε διάστημα μόλις τριών εβδομάδων (20 Μαρτίου – 9 Απριλίου 2003), χρονικό διάστημα κατά πολύ μικρότερο των 27 εβδομάδων που απαίτησε η απελευθέρωση του Κουβέιτ από την ιρακινή κατοχή με τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991. Ομως το τελικό αποτέλεσμα της επιχείρησης «Ιρακινή Ελευθερία», όπως καταγράφεται σήμερα, είναι βέβαιο ότι δεν αποτελούσε τον αντικειμενικό σκοπό της διεξαγωγής της.
Ερωτήματα για τη στρατηγική της επόμενης μέρας
Η δήλωση του προέδρου Τραμπ ότι η αμερικανική επιχείρηση στο Ιράν είχε αρχικά προβλεφθεί να διαρκέσει τέσσερις έως πέντε εβδομάδες, παρά την επισήμανση ότι, αν απαιτηθεί, οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ έχουν δυνατότητα παράτασής της για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, έφερε στο προσκήνιο και το ζήτημα ύπαρξης ή μη στρατηγικής εξόδου των ΗΠΑ σε περίπτωση που η σύρραξη συνεχιστεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι θα επιμείνει στη συνέχιση των επιχειρήσεων στην προσπάθεια να επιτύχει τον κύριο σκοπό του, την εξάλειψη μιας υπαρξιακής απειλής, όμως δεν μπορεί να εκτιμηθεί κατά πόσο αυτό είναι εφικτό χωρίς την ενεργή συμμετοχή των ΗΠΑ.
Αγνωστο είναι επίσης εάν ΗΠΑ και Ισραήλ διαθέτουν στρατηγική για την επόμενη μέρα. Η εξουδετέρωση των ηγετικών στελεχών του θεοκρατικού καθεστώτος δεν αποκλείει την πιθανότητα η εξουσία να αναληφθεί από κάποιον περισσότερο σκληροπυρηνικό, που θα επιταχύνει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, υιοθετώντας το μοντέλο της Βόρειας Κορέας. Σε περίπτωση ανατροπής του θεοκρατικού καθεστώτος, η ομαλή μετάβαση δεν φαντάζει να είναι η πιο πιθανή, ενώ δεν αποκλείεται η μετατροπή του Ιράν σε πεδίο εμφύλιων συγκρούσεων και πηγή αστάθειας για την ευρύτερη περιοχή.
Ας σημειωθεί πάντως ότι παρά την επιτυχή ανατροπή των καθεστώτων σε Αφγανιστάν και Ιράκ, στο πρώτο επέστρεψαν στην εξουσία οι Ταλιμπάν, ενώ στο δεύτερο η ιρανική επιρροή είναι σημαντική. Και οι δύο περιπτώσεις αποτελούν απόδειξη ότι η «κοινωνική μηχανική» μετάβασης σε τυπικό δυτικό δημοκρατικό καθεστώς απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο (πολλές δεκαετίες) και πόρους από ό,τι μέχρι σήμερα η Δύση έχει αποδειχτεί διατεθειμένη να διαθέσει.
Τα χτυπήματα στο οπλοστάσιο της Τεχεράνης και η γενική ανάφλεξη
Μέχρι στιγμής οι αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις προσβάλλουν συστηματικά στόχους που υπηρετούν την επίτευξη του σκοπού που προαναφέρθηκε. Πρωτίστως τη δραστική απομείωση της ιρανικής δυνατότητας εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων διά της καταστροφής των εκτοξευτών τους. Οι αεροπορικές δυνάμεις των δύο χωρών έχουν αποκτήσει αεροπορική κυριαρχία στον εναέριο χώρο του Ιράν εξουδετερώνοντας τις απαρχαιωμένες αεροπορικές δυνάμεις αλλά και τα εγχώριας και ρωσικής προέλευσης συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας με τα οποία επιχειρεί η Δύναμη Αεράμυνας της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, που αποτελεί διακριτό κλάδο των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.
Ως συνέπεια έχει αποκτηθεί η δυνατότητα ταχέος εντοπισμού και καταστροφής των εκτοξευτών βαλλιστικών πυραύλων, που φαίνεται να αποδίδει, καθώς καταγράφεται συνεχής μείωση του αριθμού των εκτοξευόμενων βαλλιστικών πυραύλων αλλά και των drones. Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (US CENTCOM: Central Command), τα πρώτα τέσσερα 24ωρα επιτεύχθηκε μείωση των εκτοξεύσεων κατά 86% στους βαλλιστικούς πυραύλους και κατά 73% στους δρόνους. Είναι αυτονόητο ότι αφενός η μείωση περιορίζει την καταστρεπτικότητα των προσβολών και αφετέρου διευκολύνει την αντιμετώπιση από την αεράμυνα των χωρών που αποτελούν στόχο.
Μαζικές προσβολές δέχεται επίσης η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ιράν με σκοπό τον αποσυντονισμό της διαδικασίας λήψης απόφασης και ενδεχομένως την έμμεση υποδαύλιση ανταγωνισμών για την ανάληψη των κενών θέσεων. Το Σώμα της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς (Φρουροί της Επανάστασης), που από την ίδρυσή του το 1979 αποτελεί έναν από τους κυριότερους πυλώνες του καθεστώτος, και η υπαγόμενη σε αυτό Δύναμη Κουντς, που παρέχει ηγεσία, καθοδήγηση, υλικά, πληροφορίες, εκπαίδευση και χρηματοδότηση σε πολιτοφυλακές – πληρεξούσιους στο Ιράν και στη Μέση Ανατολή (Χεζμπολάχ στον Λίβανο, Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας, Χούθι στην Υεμένη και σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ).
Πλήττονται επίσης οι τυπικοί στρατιωτικοί στόχοι και με ιδιαίτερη ένταση, λόγω των Στενών του Ορμούζ, οι ναυτικές δυνάμεις. Κατά τη CENTCOM τις πρώτες 96 ώρες των επιχειρήσεων έχουν καταστραφεί περισσότερα από 20 ιρανικά σκάφη επιφανείας, η παραστρατιωτική οργάνωση Μπάσιτζ που χρησιμοποιούν οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν για στρατολόγηση, κατήχηση, οργάνωση και έλεγχο των πιστών στο καθεστώς, μονάδες εσωτερικής ασφάλειας, αλλά και αστυνομικά τμήματα.
Στον αντίποδα είναι πλέον απόλυτα εμφανής η προσπάθεια του Ιράν να «διαχύσει» τη σύρραξη σε όλη τη Μέση Ανατολή και πέραν αυτής (παράδειγμα η απόπειρα προσβολής των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο). Για αυτό τον σκοπό, εκτός των άμεσων και διά πληρεξουσίου επιθέσεων κατά στόχων στο Ισραήλ και αμερικανικών βάσεων στην ευρύτερη περιοχή, εξαπολύει συνεχείς επιθέσεις κατά των μοναρχιών του Κόλπου (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Ομάν), κάποιες εκ των οποίων έχουν ισχυρές αριθμητικά σιιτικές κοινότητες (30%-40% στο Κουβέιτ, 45% στο Μπαχρέιν).
Aποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ
Ταυτόχρονα έχει πρακτικά συντελεστεί ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία την Τρίτη 3 Μαρτίου, παρά τις δηλώσεις του προέδρου Τραμπ για παροχή συνοδείας και υποβοήθηση της ασφάλισής τους, ο αριθμός των διερχόμενων πλοίων ήταν μηδενικός. Αντικειμενικός σκοπός του Ιράν είναι ο εξαναγκασμός των χωρών που πλήττονται στην άσκηση πίεσης για τον τερματισμό των αμερικανοϊσραηλινών επιχειρήσεων.
Ας σημειωθεί ότι ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τις εξαγωγές πετρελαίου από τις χώρες του Περσικού Κόλπου αλλά και τους καταναλωτές. Μεταξύ αυτών η Κίνα, που, μετά τη Ρωσία και τη Βενεζουέλα, αντιμετωπίζει τον ορατό κίνδυνο να απολέσει και τον τρίτο μεγαλύτερο προμηθευτή της. Ο αποκλεισμός επηρεάζει επίσης και τις εισαγωγές τροφίμων των χωρών του Κόλπου, οι οποίες βρίσκονται ενώπιον μείζονος κρίσης τροφίμων. Τη στρατηγική της διάχυσης της σύρραξης εξυπηρετεί και η ενεργοποίηση πληρεξουσίων του Ιράν, όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, που άρχισε εκ νέου τις πυραυλικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ, και οι σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ.


