Είμαι μέλος μιας ομάδας, η οποία προβάλλει τα κλασικά αυτοκίνητα. Εχει χιλιάδες μέλη και απ’ ό,τι πληροφορούμαι, η αγάπη προς τα παλαιά αυτοκίνητα (μέχρι της δεκαετίας του ’70) μεγαλώνει συνεχώς και οι λάτρεις των classic cars αυξάνονται και πληθύνονται.
Ουδέποτε συμπάθησα την «τεχνολογία» στα αυτοκίνητα. Καθόλου δεν μου αρέσουν αυτές οι οθόνες που διαθέτουν τα σύγχρονα οχήματα, οι οποίες σ’ τα έχουν όλα στο πιάτο, αλλά δεν σου αφήνουν περιθώρια να εκγυμνάσεις τα μάτια, τα αυτιά, τον αυχένα, τα πόδια, στοιχεία δηλαδή που πρέπει να προσέχεις, σημεία που πρέπει να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση.
Αφήστε δε που, αν κάτι πάθει το αμάξι σου, πρέπει οπωσδήποτε να πας συνεργείο και να πληρώσεις ένα σωρό λεφτά, όχι μόνο στα πανάκριβα ανταλλακτικά, αλλά, κυρίως, στο ότι εσύ -αν δεν έχεις ειδικές γνώσεις- δεν μπορείς να παρέμβεις σε οποιαδήποτε βλάβη, ενώ δεν μπορείς επίσης να αμφισβητήσεις εκείνα που θα σου πει -και αυτά που θα σου ζητήσει- το συνεργείο…
Δεν μου αρέσουν επίσης αυτά τα αθόρυβα αυτοκίνητα, που μπορεί να βρίσκονται δέκα πόντους πίσω σου και να μην έχεις ακούσει ούτε τον παραμικρό ήχο! Παλιότερα άνοιγα το καπό της BMW 2002 μοντέλο του 1971, που είχα (και έχω ακόμη, καλοδιατηρημένη) και ήξερα το καθετί. Ηξερα πώς να βγάλω τον «παπά» και να καθαρίσω το φίλτρο, ήξερα πού βρίσκονται τα διάφορα σωληνάκια, ήξερα πώς να ξεβουλώσω το καρμπιρατέρ, γνώριζα πού είναι οι ασφάλειες, μπορούσα εύκολα να πέσω από κάτω και να βρω πού έχαναν κάποιοι σωλήνες, μπορούσα να σφίξω τις τάπες και τα «βραχιολάκια» και ένα σωρό άλλα πράγματα.
Τώρα, που όλα -μα όλα- βρίσκονται στον υπολογιστή, δεν μπορείς να χαρείς το άνοιγμα του καπό και την επιθεώρηση της μηχανής. Αφήστε δε την πλαστικούρα που κυκλοφορεί σήμερα. Εβλεπα προχθές (στο διαδίκτυο) κάτι Τάουνους, καλοφτιαγμένα και καλοδιατηρημένα, χάζευα κάτι παλιές σιτροέν «βατράχους», είδα ένα απαστράπτον Φορντ Κάπρι και θυμήθηκα που είχα αγοράσει ένα ανοιχτό κατακόκκινο Οπελ Ρέκορντ και έβγαινα στην Πειραιώς για να πάω στη «Βραδυνή» και χάζευαν όλοι το κονβέρτιμπλ αμάξι.
Δεν άλλαζα συχνά αυτοκίνητο. Την «Μπέμπα» μου την έχω ακόμη, το Σίμκα του πατέρα μου το κράτησα όσο άντεχε και από το 2004 έχουμε μια Μερσεντές δίπορτη, χιλιο-οκτακοσάρα. Αποπειράθηκα δυο φορές να το αλλάξω. «Και τι να πάρετε, κύριε; Ολα τα Μερσεντές είναι σήμερα τούρκικα!» μου είπε ο μαντράς. Πώς το έλεγε ο Ζαμπέτας; «Το δικό μου το αμάξι ήταν φίνο και εντάξει/και μου έκανε τα κέφια και την τρέλα μου»!
Η ΑΚΙΣ



