Οι ομογενείς μας δεν ζητούν προνόμια, αλλά το αυτονόητο: Να ζήσουν με την πίστη, τη γλώσσα και την παράδοσή τους, όπως ακριβώς έκαναν για αιώνες οι πρόγονοί τους
Την πιο ιερή στιγμή της Ορθοδοξίας, τη στιγμή που η καμπάνα χτυπά χαρμόσυνα το μήνυμα της Ανάστασης και το «Χριστός Ανέστη» διαπερνά την ψυχή του Ελληνα, όπου κι αν βρίσκεται, στη Βόρειο Ηπειρο όλο αυτό βιώνεται πολύ διαφορετικά.
Εχοντας επιλέξει φέτος να κάνω Ανάσταση στη γη αυτή, που έζησε για αιώνες με προσευχή, μνήμες και εθνικούς αγώνες, διαπίστωσα με θλίψη αλλά και οργή ότι υπάρχουν ελληνικά χωριά όπου η Ανάσταση ξεκινά από… τις 9 το βράδυ! Κι αυτό, γιατί στα χωριά αυτά υπάρχει μόνον ένας ιερέας που τρέχει από ναό σε ναό, μέχρι και σε… 12 κοινότητες, προσπαθώντας να μεταφέρει το Αγιο Φως σε ανθρώπους που περιμένουν όλο τον χρόνο αυτή τη στιγμή!
Αυτό είναι στην κυριολεξία μία εικόνα εγκατάλειψης. Οι ομογενείς μας δεν ζητούν προνόμια, αλλά το αυτονόητο: Να ζήσουν με την πίστη, τη γλώσσα και την παράδοσή τους, όπως ακριβώς έκαναν για αιώνες οι πρόγονοί τους. Να μη μετατρέπεται η Ανάσταση σε ένα αγχωτικό πέρασμα ενός καταπονημένου ιερέα που πρέπει να συνεχίσει στο επόμενο χωριό!
Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: Πού είναι η Ελλάδα σε όλο αυτό; Πού είναι η ελληνική Πολιτεία που υποτίθεται πως στηρίζει τον απανταχού Ελληνισμό; Πού είναι η Ελλαδική Εκκλησία, που έχει αποδείξει σε άλλες περιπτώσεις ότι μπορεί να κινητοποιηθεί και να δώσει λύσεις όταν υπάρχει βούληση; Αφού πράγματι υπάρχει έλλειψη ιερέων στην περιοχή (κάτι που το γνωρίζουν όλοι εδώ και χρόνια), γιατί δεν υπάρχει συνεννόηση με τη Μητρόπολη Αργυροκάστρου, ώστε να αποσταλούν για τις ημέρες του Πάσχα κληρικοί από την Ελλάδα;
Είναι αδιανόητο μία χώρα με εκατοντάδες κληρικούς και μοναχούς να μην μπορεί να οργανώσει μία, προσωρινή έστω, λειτουργική ενίσχυση για τις ιερές αυτές ημέρες, σε μία από τις ιστορικότερες ελληνικές κοινότητες, όπου η ορθόδοξη πίστη, μαζί με τη γλώσσα, αποτελούν το τελευταίο προπύργιο εθνικής ταυτότητας.
Και δυστυχώς, δεν είναι το μόνο σημείο εγκατάλειψης, αφού η πραγματικότητα στην περιοχή διαφοροποιείται ραγδαία. Διαπιστώνει εύκολα κάποιος ότι τουρκικές εταιρίες επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους σε τομείς όπως η ενέργεια, ο τουρισμός, οι υποδομές, δημιουργώντας επενδύσεις, δίκτυα και… επιρροές. Προφανώς η Τουρκία γνωρίζει πολύ καλά ότι η επιρροή δεν χτίζεται μόνο με στρατούς, αλλά και μέσω της οικονομικής και πολιτισμικής παρουσίας.
Η Ελλάδα, δυστυχώς, θυμάται τη Βόρειο Ηπειρο μόνο σε ομιλίες και ιστορικές επετείους ή όταν πρόκειται να στηθεί κάποια προτομή του… Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στη Δερβιτσάνη! Ομως οι Ελληνες που ζουν εκεί δεν χρειάζονται λόγια αλλά έργα. Χρειάζονται οικονομική δραστηριότητα που να κρατήσει τους νέους στον τόπο τους και να ξαναλειτουργήσουν τα σχολεία (στο χωριό Αλύκο, στο σχολείο των 800 παιδιών μόλις πριν από λίγα χρόνια, σήμερα φοιτούν μόνο… 15 παιδιά). Χρειάζονται ιερείς και δασκάλους. Γιατί κάθε φορά που κλείνει ένα ελληνικό σπίτι στη Βόρειο Ηπειρο, χάνεται ένα κομμάτι της ιστορίας της. Της ιστορίας μιας Ελλάδας που περιμένει και τη δική της εθνική ανάσταση.
Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα, τόσο ως κράτος όσο και ως κοινωνία, θα σταθεί στο ύψος αυτής της ευθύνης αντιλαμβανόμενη τη σημασία αυτής της προσμονής ή αν θα αφήσει ακόμα μία φορά τον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου να κρατά μόνος του αναμμένο το φως της ελπίδας. Οπως ακριβώς κάνουν οι πονεμένοι γονείς του Κωνσταντίνου Κατσίφα, που εδώ και 8 χρόνια μοιρολογούν το αδικοσκοτωμένο παλικάρι τους στέλνοντας προς όλους μας το μήνυμα του αγώνα και της ελπίδας.
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»



