Ξεκάθαρη η JP Morgan
Η JP Morgan εκτιμά ότι, παρότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος δεν έχει ακόμη εκτονωθεί και μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να πιέσει περαιτέρω τις αγορές, οι επενδυτές με ορίζοντα 3, 6 ή 12 μηνών θα πρέπει να αξιοποιούν τις περιόδους αδυναμίας των μετοχών για τοποθετήσεις.
Όπως σημειώνει, οι στρατιωτικές συγκρούσεις συνήθως αυξάνουν τη μεταβλητότητα, ωστόσο η αμερικανική τράπεζα δεν υιοθέτησε πτωτική στάση.
Αντιθέτως, αγόρασε την πτώση μετά την αρχική φάση απομείωσης κινδύνου και εξακολουθεί να συστήνει την ίδια τακτική στους επενδυτές.
Σύμφωνα με την JP Morgan, το γεωπολιτικό περιβάλλον παραμένει ασταθές και οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι περαιτέρω αναταραχής είναι υπαρκτοί. Παρότι εκτιμά ότι η ισορροπία των κινδύνων θα μετατοπιστεί τελικά υπέρ του risk‑on, αναγνωρίζει ότι η διαδρομή προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αποδειχθεί πιο ανομοιογενής από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί. Η τράπεζα υπενθυμίζει ότι ιστορικά οι συγκρούσεις, παρά την έντονη μεταβλητότητα που προκαλούν, δημιουργούν ευκαιρίες για όσους μπορούν να κοιτάξουν πέρα από τον άμεσο θόρυβο των εξελίξεων.
Η βασική της θέση παραμένει πως μια παρατεταμένη κλιμάκωση δεν είναι πιθανό να διατηρηθεί και ότι οι πτώσεις που οφείλονται σε γεωπολιτικούς κραδασμούς θα λειτουργήσουν τελικά ως ευκαιρίες αγοράς. Η πρόσφατη ανάκαμψη μετά το sell‑off του προηγούμενου μήνα θεωρείται θετικό σήμα, αν και δεν αποκλείονται νέες περίοδοι έντονης αλλαγής πριν σταθεροποιηθεί μια βιώσιμη ανοδική τάση.
Το επενδυτικό κλίμα έχει βελτιωθεί μερικώς, αλλά παραμένει εύθραυστο. Στις εβδομάδες που ακολούθησαν την έναρξη των εχθροπραξιών, η αρχικά εποικοδομητική διάθεση –με κυρίαρχη στρατηγική το buy the dip– υποχώρησε, δίνοντας τη θέση της σε μια πιο ξεκάθαρα bearish στάση.
Οι προσδοκίες συγκλίνουν πλέον σε ένα σενάριο παρατεταμένης σύγκρουσης και υψηλότερων τιμών πετρελαίου. Η μετατόπιση αυτή έγινε πιο έντονη καθώς η σύγκρουση ξεπέρασε το όριο των δύο εβδομάδων, ανασύροντας μνήμες από το 2022 και περιορίζοντας σημαντικά τους υποστηρικτές της στρατηγικής αγοράς στις πτώσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η JP Morgan υπογραμμίζει ότι η σημερινή κατάσταση διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη του 2022, επισημαίνοντας μια σειρά κρίσιμων διαφορών.
Τότε, η αύξηση των μισθών επιταχυνόταν έντονα, σε αντίθεση με τη σημερινή επιβράδυνση. Οι μετασεισμοί της Covid είχαν προκαλέσει συμφόρηση στην προσφορά, μειωμένη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού και άνοδο μισθών, οδηγώντας σε επίμονο πληθωρισμό. Σήμερα, τα περισσότερα στοιχεία δείχνουν πτωτική τάση. Ο δείκτης κόστους απασχόλησης στις ΗΠΑ βρισκόταν ήδη σε άνοδο στην αρχή της σύγκρουσης Ρωσίας‑Ουκρανίας, κάτι που δεν ισχύει τώρα.
Επιπλέον, οι κεντρικές τράπεζες το 2022 ξεκινούσαν από επιτόκια πολύ κάτω του ουδέτερου, η κατανάλωση ήταν ισχυρή, τα αποθέματα ρευστότητας από την Covid υψηλά και οι αποταμιεύσεις πάνω από τον μέσο όρο.
Οι επιχειρήσεις είχαν τότε σημαντική τιμολογιακή δύναμη, επιτρέποντάς τους να μετακυλίουν το αυξημένο κόστος – κάτι που σήμερα δεν θεωρείται δεδομένο. Η οικονομική δραστηριότητα είναι επίσης πιο αδύναμη: η Ευρωζώνη εισήλθε στο 2022 με ανάπτυξη άνω του 4%, έναντι περίπου 1% σήμερα.
Τέλος, η άνοδος των τιμών φυσικού αερίου, κρίσιμη για την Ευρώπη, είναι σήμερα πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με το 2022, όταν οι τιμές είχαν τετραπλασιαστεί. Τότε, τα αποθέματα άνθρακα ήταν χαμηλά, η πυρηνική παραγωγή στη Γαλλία σε μεγάλο βαθμό εκτός λειτουργίας και η Ευρωζώνη διέθετε μόλις 31 τερματικούς σταθμούς LNG. Σήμερα, ο αριθμός αυτός έχει φτάσει τους 62, ενισχύοντας σημαντικά την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής.



