Σήμερα στη 1 το μεσημέρι περνά το γραφείο του ανακριτή ο 89χρονος «πιστολέρο» Παναγιώτης Κ., που κατηγορείται για την ένοπλη επίθεση σε ΕΦΚΑ και δικαστικά κτίρια της Αθήνας, σε μια υπόθεση που έχει προκαλέσει σοκ και έντονο προβληματισμό για τα κενά ασφαλείας σε δημόσιες υπηρεσίες. Ο ηλικιωμένος, που έλαβε προθεσμία για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα και με το ενδεχόμενο πολυετούς κάθειρξης.
Σε βάρος του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, καθώς και για διακεκριμένες περιπτώσεις παράνομης οπλοφορίας εντός δικαστικού καταστήματος και με πυροβόλο όπλο. Παράλληλα, αντιμετωπίζει έξι σοβαρά πλημμελήματα, μεταξύ των οποίων οπλοχρησία κατ’ εξακολούθηση, παράνομη κατοχή πυρομαχικών και όπλων, διατάραξη λειτουργίας υπηρεσίας και απειλή διάπραξης εγκλημάτων. Αν δεν του αναγνωριστούν ελαφρυντικά ή μειωμένος καταλογισμός, το ενδεχόμενο βαριάς ποινής είναι ανοιχτό, αν και λόγω ηλικίας διατηρεί το δικαίωμα να αιτηθεί έκτιση της ποινής κατ’ οίκον.
Τα στοιχεία που έχουν συλλέξει οι αρχές συγκλίνουν στο ότι η επίθεση δεν ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας παρόρμησης, αλλά προϊόν μακράς προετοιμασίας. Ο 89χρονος φέρεται να είχε σχεδιάσει τη δράση του τουλάχιστον έξι μήνες πριν, ενώ είχε προμηθευτεί τον οπλισμό του από τη Μεσσηνία ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι. Ο ίδιος περιγράφει με χαρακτηριστική ψυχραιμία τον τρόπο σκέψης του: «Ήθελα να το κάνω χειμώνα γιατί μπορώ να φοράω την καμπαρντίνα και να κρύβω την καραμπίνα. Όμως συνέχεια είχα δουλειές και το ανέβαλα».
Οι κινήσεις του το πρωί της Τρίτης
Η διαδρομή του μέσα στην πόλη αποτυπώνεται λεπτό προς λεπτό μέσα από βιντεοληπτικό υλικό. Το πρωί της επίθεσης, λίγο μετά τις 09:30, καταγράφεται να κινείται στα Άνω Πατήσια, φορώντας καμπαρντίνα και επιβιβαζόμενος σε ταξί με προορισμό το υποκατάστημα του ΕΦΚΑ στον Κεραμεικό. Εκεί εισήλθε περίπου στις 10:00 και παρέμεινε για λίγα λεπτά, πριν αποχωρήσει κρατώντας όπλο. Λίγο αργότερα, αφού δεν εντόπισε το αρχικό ταξί, επιβιβάστηκε σε άλλο και κατευθύνθηκε προς το Πρωτοδικείο στην οδό Λουκάρεως, όπου επανέλαβε την επίθεση.
Ο ίδιος φέρεται να είχε προηγουμένως πραγματοποιήσει επανειλημμένες επισκέψεις στο Εφετείο, εντοπίζοντας ελλείψεις στη φύλαξη. «Μπήκα στο Εφετείο από εκεί που μπαίνουν οι πολλοί. Την προηγούμενη εβδομάδα είχα πάει δύο-τρεις φορές και είδα ότι δεν υπήρχαν φύλακες. Διάλεξα το ευκολότερο γραφείο», ανέφερε, περιγράφοντας τον τρόπο επιλογής του στόχου. Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του προσθέτει: «Βγαίνοντας από τον ΕΦΚΑ, έψαξα το ταξί που με πήγε, αλλά δεν τον βρήκα και πήρα άλλο ταξί. Πήγα στο Εφετείο και έκανα το ίδιο. Κι εκεί δεν ήθελα να σκοτώσω και πυροβόλησα στα πόδια. Αν ήθελα να τους σκοτώσω, θα μπορούσα να το κάνω εύκολα… Μπήκα, τους πυροβόλησα 3 φορές, άφησα το όπλο στον πάγκο από έξω, γιατί δεν το χρειαζόμουν πια κι έφυγα».
Παρά τους ισχυρισμούς του ότι δεν είχε πρόθεση να αφαιρέσει ζωές, η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό πέντε ατόμων, γεγονός που επιβαρύνει καθοριστικά τη θέση του. Οι αρχές αξιολογούν τη χρήση όπλου σε κλειστούς χώρους ως εξαιρετικά επικίνδυνη πράξη, ανεξαρτήτως πρόθεσης.
Οι σκέψεις για επιθέσεις στο εξωτερικό
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και τα όσα φέρεται να είπε για πιθανή επέκταση της δράσης του στο εξωτερικό. «Σκέφτηκα, κάποια στιγμή μήπως πάω και στη Γαλλία επειδή είχα κάνει προσφυγή και δεν με δικαίωσε το δικαστήριο να πυροβολήσω και εκεί στον αέρα μέσα στο ελληνικό τμήμα για να κάνω σαματά», δήλωσε, ενώ σε άλλη αποστροφή ανέφερε: «Είχα σχεδιάσει πριν από τα Χριστούγεννα να πάω στο ΙΚΑ, στο Εφετείο και στο Στρασβούργο να πυροβολήσω, χωρίς όμως να θέλω να σκοτώσω κάποιον… αποφάσισα να πάω σήμερα».
Τα ευρήματα των αρχών ενισχύουν την εικόνα προετοιμασίας φυγής. Στις αποσκευές του εντοπίστηκαν ρούχα, προσωπικά αντικείμενα, φάρμακα, πιεσόμετρο και διαβατήριο, καθώς και πέντε φάκελοι με συνολικά 1.500 ευρώ και 4.000 δολάρια. Πάνω του βρέθηκαν επίσης περίστροφο με έξι φυσίγγια, επιπλέον πυρομαχικά και χρηματικό ποσό, ενώ στο σπίτι του στα Κάτω Πατήσια εντοπίστηκαν αντικείμενα που συνδέονται με οπλισμό. Κοντά στο Πρωτοδικείο βρέθηκαν ακόμη κυνηγετικά φυσίγγια που φέρεται να απέρριψε μετά την επίθεση.
Η σύλληψή του πραγματοποιήθηκε έπειτα από πολύωρη επιχείρηση εντοπισμού, που διήρκεσε περίπου πέντε ώρες, με τις αρχές να τον βρίσκουν τελικά σε ξενοδοχείο στην Πάτρα. Ο ίδιος φέρεται να είχε σχεδιάσει να ταξιδέψει μέσω Ιταλίας προς Στρασβούργο, παριστάνοντας, σύμφωνα με πληροφορίες, τον ανήμπορο ηλικιωμένο για να περάσει τον έλεγχο.
Το κίνητρο της επίθεσης, όπως προκύπτει από τις πρώτες του αναφορές, συνδέεται με τη διαμάχη του με ασφαλιστικούς φορείς. Υποστήριξε ότι προχώρησε στους πυροβολισμούς ως αντίδραση στη μειωμένη σύνταξη που λάμβανε, ισχυριζόμενος ότι είχαν αλλοιωθεί τα ένσημά του. Παρά το γεγονός ότι είχε εργαστεί επί δεκαετίες στο εξωτερικό -40 χρόνια στο Σικάγο και 8 στο Βερολίνο- λαμβάνοντας συνολικά περίπου 3.000 ευρώ μηνιαίως, η απόρριψη της ένστασής του φαίνεται να λειτούργησε ως σημείο καμπής, οδηγώντας σε μια κλιμακούμενη εμμονή.




