Στη φυλακή ο ογκολόγος
Σε συνολική κάθειρξη 12 ετών καταδικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης ένας 53χρονος παθολόγος–ογκολόγος, ο οποίος κρίθηκε ένοχος ότι εξαπατούσε καρκινοπαθείς, συχνά τελικού σταδίου, και τις οικογένειές τους, αποσπώντας μεγάλα χρηματικά ποσά, με το πρόσχημα ότι θα εξασφάλιζε αντικαρκινικά φάρμακα από το εξωτερικό ή ότι θα ενέτασσε τους ασθενείς σε κλινικές μελέτες.
Τα ποσά που ζητούσε έφταναν έως και 15.000 ευρώ, με την υπόσχεση ότι θα τα επέστρεφε όταν ολοκληρωνόταν η διαδικασία.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για δωροληψία υπαλλήλου, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, που θεωρείται κακούργημα, αλλά και για απάτη, σε βαθμό πλημμελήματος
Σύμφωνα με τη δικογραφία, το συνολικό περιουσιακό όφελος που απέσπασε ανέρχεται σε 109.000 ευρώ. Οι δικαστές δεν του αναγνώρισαν κανένα ελαφρυντικό, ενώ αποφάσισαν ότι η έφεση δεν θα έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, γεγονός που οδήγησε τον γιατρό πίσω στη φυλακή αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης.
Ο καταδικασθείς είχε υπηρετήσει στο «Θεαγένειο» Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, από όπου απολύθηκε το 2023. Ήδη από το 2021 είχε διαγραφεί από τον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης λόγω μη καταβολής συνδρομών.
Η υπόθεση άρχισε να ερευνάται από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας Βόρειας Ελλάδας, μετά από καταγγελίες που δημοσιοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2022. Η δικογραφία που σχηματίστηκε περιλάμβανε πάνω από είκοσι περιστατικά χρηματισμού και εξαπάτησης, τα οποία φέρονται να έλαβαν χώρα από το 2019 έως το 2022.
Προηγουμένως είχαν υπάρξει και άλλες καταγγελίες για «φακελάκια» με σκοπό την επίσπευση θεραπειών, για τις οποίες ο γιατρός έχει ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό για πλημμεληματική δωροληψία.
Ο γιατρός είχε απολογηθεί ενώπιον της ειδικής ανακρίτριας οικονομικών εγκλημάτων και είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και χρηματική εγγύηση. Ωστόσο, δεν κατέβαλε το ποσό της εγγυοδοσίας, με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Συνελήφθη τον Ιούλιο του 2023 και έκτοτε παρέμενε προσωρινά κρατούμενος.
Στο δικαστήριο κατέθεσαν συγγενείς ασθενών, αρκετοί από τους οποίους έχουν πλέον αποβιώσει, αλλά και πρώην ασθενείς που βρίσκονται εν ζωή.
Μάρτυρας ανέφερε ότι ο πατέρας της, νοσηλευόμενος με μεταστατικό καρκίνο, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον γιατρό τον Μάιο του 2021, ο οποίος ζήτησε 500 ευρώ για φάρμακο από τις ΗΠΑ «που δεν είχε έρθει ακόμη στην Ελλάδα». Το φάρμακο δεν παραδόθηκε ποτέ, καθώς ο ασθενής απεβίωσε λίγο αργότερα. Η μάρτυρας είπε ότι της επιστράφηκε μόνο μέρος του ποσού.
Σε άλλη περίπτωση, που αφορούσε ανήλικη ασθενή, ο γιατρός ζήτησε 3.000 ευρώ από τη μητέρα της για φάρμακο που «έπρεπε να εγκριθεί από Επιτροπή». Η γυναίκα κατέθεσε ότι δανείστηκε τα χρήματα, πιστεύοντας ότι θα της επιστραφούν. «Πάτησε πάνω στη μετάσταση της κόρης μου. Δεν πατάς σε γονιό όταν τον βλέπεις να πονάει», είπε χαρακτηριστικά.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο γιατρός είχε επιστρέψει μέρος των χρημάτων μέσω τραπεζικών συναλλαγών και απέδωσε τις πράξεις του σε παρενέργειες φαρμάκου που λάμβανε λόγω διαγνωσμένης ασθένειας, οι οποίες του προκάλεσαν εθισμό στον τζόγο.
Ο ίδιος, στην απολογία του, δήλωσε ότι «ντρέπεται» για όσα συνέβησαν, ζήτησε συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων και υποστήριξε ότι η ασθένεια που αντιμετώπιζε «άλλαξε τον τρόπο σκέψης» του. «Θέλω μια δεύτερη ευκαιρία. Ελπίζω να αποζημιώσω τους ανθρώπους. Δεν έχω πολλά χρόνια μπροστά μου», είπε.
Ο εισαγγελέας της έδρας ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός, κάνοντας λόγο για «ψεύτικες ελπίδες σε μελλοθάνατους» και χαρακτηρίζοντας προσχηματικούς τους ισχυρισμούς περί μεταμέλειας. Ζήτησε την καταδίκη του σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αίτημα που έγινε δεκτό από το δικαστήριο.
Εκτός από την κάθειρξη, επιβλήθηκε και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ.

