Μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις των τελευταίων ετών ανακοίνωσαν οι αιγυπτιακές Αρχές, καθώς οι ανασκαφές στην όαση Ντάχλα, στη δυτική έρημο της Αιγύπτου, έφεραν στο φως μια εξαιρετικά καλοδιατηρημένη πόλη της βυζαντινής περιόδου. Πρόκειται για έναν οικισμό του 4ου αιώνα μ.Χ., ο οποίος διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την αρχική του μορφή και προσφέρει στους επιστήμονες πολύτιμα στοιχεία για την καθημερινή ζωή, την πολεοδομική οργάνωση και την ανάπτυξη των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων σε μια από τις σημαντικότερες επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η πόλη διαθέτει οργανωμένο ρυμοτομικό σχέδιο, με κεντρικούς δρόμους που διασταυρώνονται κάθετα, δημιουργώντας συνοικίες, δημόσιους χώρους και πλατείες. Στο υψηλότερο σημείο του οικισμού δεσπόζουν τα ερείπια μιας μεγαλοπρεπούς βασιλικής του 4ου αιώνα, ενώ οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν δύο παρατηρητήρια και ένα ισχυρά οχυρωμένο συγκρότημα με παχιά αμυντικά τείχη, που μαρτυρούν τη στρατηγική σημασία της πόλης. Ανάμεσα στα σημαντικότερα ευρήματα ξεχωρίζει η οικία του διακόνου Τισούς, η οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς, χρησιμοποιήθηκε ως χώρος χριστιανικής λατρείας πριν από την ανέγερση της βασιλικής, φωτίζοντας τα πρώτα στάδια οργάνωσης της εκκλησιαστικής ζωής στην περιοχή.
Εξίσου σημαντικά είναι τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών. Περίπου 200 όστρακα με επιγραφές αποκαλύπτουν εμπορικές συναλλαγές, ιδιωτική αλληλογραφία και διοικητικές πράξεις της εποχής, ενώ βρέθηκαν χρυσά νομίσματα της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β’ και χάλκινα βυζαντινά νομίσματα με λατινικές επιγραφές και χριστιανικά σύμβολα. Η όαση Ντάχλα περιλαμβάνεται ήδη στον προσωρινό κατάλογο της UNESCO για ένταξη στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς.
Την ίδια ώρα, οι ανασκαφές στη Μαρίνα ελ-Αλαμέιν, κοντά στην Αλεξάνδρεια, αποκάλυψαν ακόμη 18 αρχαίους τάφους, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των ταφικών μνημείων στους 48. Ανάμεσα στα σημαντικότερα ευρήματα συγκαταλέγονται μια γρανιτένια σαρκοφάγος μήκους 2,5 μέτρων, κεραμικά αγγεία, λυχνάρια και τέσσερα χρυσά ελάσματα, τοποθετημένα στο στόμα νεκρών, σύμφωνα με το αρχαίο έθιμο της «χρυσής γλώσσας», που συμβόλιζε την ικανότητα του εκλιπόντος να επικοινωνήσει με τις θεότητες στον άλλον κόσμο. Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι ο χώρος ταυτίζεται με την αρχαία ελληνορωμαϊκή πόλη Λευκάσπι, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και ναυτικά κέντρα της βόρειας Αιγύπτου κατά την ελληνιστική, ρωμαϊκή και πρώιμη βυζαντινή περίοδο.
