Η οδυνηρή εμπειρία του Φεβρουαρίου του 2022, όταν μια ηλιακή καταιγίδα μέτριας έντασης οδήγησε στην καταστροφή τριάντα οκτώ δορυφόρων της SpaceX, ανέδειξε με τον πλέον εμφατικό τρόπο την ευαλωτότητα των σύγχρονων τεχνολογικών υποδομών απέναντι στα διαστημικά φαινόμενα. Οι διαταραχές που προκαλούνται στα δίκτυα ηλεκτροδότησης, στις τηλεπικοινωνίες και στα συστήματα μεταφορών καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για ακριβέστερη πρόγνωση του διαστημικού καιρού, έναν στόχο που υπηρετεί πλέον το νέο ερευνητικό έργο Swarm-AWARE. Η πρωτοβουλία αυτή, η οποία τελεί υπό την ηγεσία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και τη χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος, παρουσιάστηκε πρόσφατα στο διεθνές συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γεωεπιστημών στη Βιέννη, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η αξιοποίηση των δεδομένων από την αποστολή Swarm της ESA, η οποία μέσω ενός σχηματισμού τριών δορυφόρων στην ιονόσφαιρα προσφέρει την πλέον λεπτομερή αποτύπωση του γήινου μαγνητικού πεδίου. Οι επιστήμονες συνδυάζουν τις μετρήσεις των μαγνητομέτρων με στοιχεία από τον δορυφόρο Copernicus Sentinel-5P και επίγειους σταθμούς, εφαρμόζοντας προηγμένα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης και θεωρίας της πληροφορίας. Η καινοτομία της μεθόδου έγκειται στην ικανότητά της να διακρίνει τις χαρακτηριστικές υπογραφές που αφήνουν στην ιονόσφαιρα τόσο τα εξωγενή φαινόμενα, όπως οι ηλιακές καταιγίδες, όσο και οι ενδογενείς διαταραχές που προκαλούνται από βίαια γεωφυσικά γεγονότα εντός του πλανήτη.
Ο συντονιστής του προγράμματος και διευθυντής ερευνών του ΙΑΑΔΕΤ, Γεώργιος Μπαλάσης, εξηγεί ότι το έργο εστιάζει ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις, αναζητώντας σήματα που συνδέονται με τον διαστημικό καιρό αλλά και με φυσικούς κινδύνους όπως οι σεισμοί, τα τσουνάμι και οι ηφαιστειακές εκρήξεις. Παρά τη δυσκολία στην ανίχνευση των ασθενέστερων σημάτων που προέρχονται από το εσωτερικό της Γης, η χρήση εξελιγμένων υπολογιστικών μεθόδων επιτρέπει πλέον την ανάλυση δεδομένων με εξαιρετική λεπτομέρεια. Ενώ η επιστήμη απέχει ακόμα από την πλήρη πρόγνωση των γήινων φυσικών καταστροφών, η βελτίωση των μοντέλων πρόβλεψης και η έγκαιρη ανίχνευση των διαταραχών πριν από την εκδήλωση ενός κινδύνου αποτελούν καθοριστικά βήματα για τον περιορισμό των επιπτώσεών τους στην ανθρώπινη δραστηριότητα και το περιβάλλον
