Δήμος Φιλοθέης – Ψυχικού: Το διατηρητέο εμβληματικό έργο του αείμνηστου αρχιτέκτονα και ακαδημαϊκού παραμένει κλειστό. Η εγκατάλειψη και οι ανεπανόρθωτες φθορές
Σε ιστορία χειρότερη και από το Γιοφύρι της Αρτας, με αβέβαιο μάλιστα ακόμη αποτέλεσμα, έχει εξελιχθεί η ανάπλαση του Παιδικού Κήπου Φιλοθέης, που αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά έργα του αείμνηστου αρχιτέκτονα, ακαδημαϊκού και φιλοσόφου Δημήτρη Πικιώνη.
- Από τη Μαρία Παναγιώτου
Πρόκειται μάλιστα για το έργο του, που με την «ιαπωνική» είσοδο, τα μοναδικά πλακόστρωτα και το νησάκι με τη ξύλινη βάρκα, μετουσίωσε τη σύνδεση του οικουμενικού με την παράδοση, δηλαδή το ιδεώδες κατά Πικιώνη.
Και, φυσικά, ο πανέμορφος κήπος, η κατασκευή του οποίου ξεκίνησε το 1955, όπως τεκμαίρεται από αεροφωτογραφίες του Εθνικού Κτηματολογίου κι έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο της νεότερης Ελλάδας από το υπουργείο Πολιτισμού, αποτελεί τοπίο ιδιαίτερου κάλλους και έχει ειδικό και συναισθηματικό βάρος για όλους τους κατοίκους της περιοχής, που το βλέπουν χρόνια τώρα κλειστό λόγω ανάπλασης, αλλά και για όλους τους κατοίκους της Αττικής.

Η τελευταία περιπετειώδης και τελικά σκανδαλώδης προσπάθεια έως τώρα ανάπλασης του έργου, που βρίσκεται στον Δήμο Φιλοθέης – Ψυχικού και προφανώς έχει υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις από τον χρόνο και τη βλάστηση, με προϋπολογισμό 620.000 ευρώ, εκ των οποίων τα 368.324 ευρώ από το Πράσινο Ταμείο και τα υπόλοιπα από τον δήμο, ξεκίνησε επί δημαρχίας του Παντελή Ξυριδάκη και κορυφώθηκε με τη δημαρχία του Δημήτριου Γαλάνη.
Και η περιπέτεια συνεχίζεται επί της δημαρχίας του Χαράλαμπου Μπονάτσου, με την ανάθεση τελικά του έργου χωρίς διαγωνιστική διαδικασία, έπειτα από την παραίτηση του προηγούμενου αναδόχου, ουσιαστικά τον Νοέμβριο του 2023, και τυπικά τον Ιανουάριο του 2024, δηλαδή μόλις ανέλαβε ο κ. Μπονάτσος.

Ιστορία χωρίς τέλος
Η υπόθεση ξεκίνησε εφτά χρόνια πριν, δηλαδή το 2019. Λίγους μήνες πριν φύγει από το δημαρχείο ο κ. Ξυριδάκης ανέθεσε σε γραφείο την εκπόνηση μελέτης για την ανάπλαση του κήπου, η οποία πήρε τελικά αλλεπάλληλες παρατάσεις (σ.σ.: ανακαλύψαμε έξι). Οταν τελικά ολοκληρώθηκε η μελέτη, πήρε και την έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού και του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής.
Τον Φεβρουάριο του 2021, κι ενώ δήμαρχος ήταν ο κ. Γαλάνης, εγκρίθηκε και τυπικά η οικονομική συμμετοχή του δήμου στο έργο, ενώ τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς διενεργήθηκε ο διαγωνισμός μέσω ΕΣΗΔΗΣ και τελικά τον Οκτώβριο αναδείχθηκε ως ανάδοχος (παραδόξως πώς, ήταν ο μόνος!) η ΤΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ με ποσό προσφοράς περίπου 600.000 ευρώ (με ΦΠΑ).
Στη σύμβαση του έργου, που έχει ημερομηνία 24/1/2023, ορίστηκε ως συμβατική προθεσμία ολοκλήρωσης οι 240 ημερολογιακές ημέρες από την ημέρα υπογραφής της σύμβασης, δηλαδή 8 μήνες (άρθρο 3). Ετσι, θεωρητικά, ξεκίνησε από εκείνο το σημείο η ανάπλαση του ιστορικού πάρκου του Πικιώνη. Μάλιστα, σε διάφορα μέσα ενημέρωσης, από την αρχή αυτής της διαδικασίας, μέχρι και την υπογραφή της σύμβασης, δεν έλειπαν τα αφιερώματα για την εκκίνηση του έργου, με διθυραμβικά σχόλια, ενώ ο τότε δήμαρχος κ. Γαλάνης σημείωνε ότι είναι προσωπικό του στοίχημα, καθώς αποτελεί κομμάτι και της παιδικής του ηλικίας.

Στα τέλη Οκτωβρίου του 2023, όμως, δηλαδή λίγες μέρες μετά τις δημοτικές εκλογές και περίπου 10 μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης, ο ανάδοχος σταματάει τις εργασίες και ζητάει παράταση, με την αιτιολογία ότι «έχει προκύψει πλήθος νέων ευρημάτων, τα οποία επηρεάζουν την εξέλιξη του έργου και απαιτούν περαιτέρω διερευνητικές τομές», η οποία και του δίνεται μέχρι τον Ιανουάριο του 2024. Από εδώ και πέρα αρχίζει ο νέος κύκλος περιπέτειας του έργου.
Εκκίνηση για πάντα!
Η επιτροπή για την παραλαβή του έργου συστήνεται τον Απρίλιο του 2024, αλλά το έργο παραδίδεται περίπου έναν χρόνο αργότερα από τη λύση της σύμβασης, δηλαδή τον Δεκέμβριο του 2024. Στην έγκριση του 1ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών, που συντάχθηκε προκειμένου να λυθεί η σύμβαση, αναφερόταν πως «το έργο εκτελέστηκε ομαλά τους πρώτους 10 μήνες». Δηλαδή, είχε υπογραφεί σύμβαση ώστε το έργο να τελειώσει σε 8 μήνες, οι εργασίες κράτησαν 10 μήνες και πήγαν καλά.

Αναφέρεται συγκεκριμένα: «Οι εργασίες εξελίχθηκαν ομαλά κατά τους πρώτους δέκα (10) μήνες. Στη συνέχεια, ο ανάδοχος προέβη σε δίμηνη διακοπή εργασιών που, βάσει των διαμειφθέντων που επιμαρτυρούνται από τον οικείο φάκελο δημόσιας σύμβασης, κρίθηκε ως αυθαίρετη από τα αρμόδια όργανα. Μετά την πάροδο του διμήνου, δυνάμει της ειδικής πρόσκλησης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, οι εργασίες συνεχίστηκαν για ελάχιστες ημέρες έως την εκπνοή της συμβατικής προθεσμίας. Δεν δόθηκε νέα παράταση, ούτε οριακή προθεσμία. Πριν τη λήξη του έργου, ο ανάδοχος υπέβαλε αίτηση διάλυσης της σύμβασης, την οποία αποδέχθηκε η Διευθύνουσα Υπηρεσία, με τη διευκρίνιση ότι η υπαιτιότητα αποδίδεται στον ανάδοχο».
Ωστόσο, σε επόμενα έγγραφα, παραδόξως πώς, υποστηρίζεται ότι το έργο όχι απλώς δεν έχει προχωρήσει, αλλά και ότι το πάρκο κινδυνεύει. Ετσι, τον Μάιο του 2025 εγκρίνεται να δοθεί το έργο με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, που είναι ένας άλλος τρόπος για την απευθείας ανάθεση. Περιγράφεται στο έγγραφο της έγκρισης αυτής: «Σήμερα το μνημείο βρίσκεται σε κίνδυνο. Το ιαπωνικό περίπτερο, ένα μοναδικό στο είδος του κτίσμα εξαιρετικής τεχνοτροπίας, έχει υποστυλωθεί στη βορινή του πλευρά και χρήζει επιπλέον υποστύλωσης διότι η φθορά του αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. […]. Ολες οι ξύλινες κατασκευές, η βόρεια πύλη εισόδου, το φυλάκιο, οι περιφράξεις, τα παγκάκια, καταρρέουν επισύροντας ανυπολόγιστο κόστος, όχι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτιστικό. […]

Η απουσία συνεργείων στον -εργοταξιακό ήδη χώρο- προσελκύει ανεπιθύμητους επισκέπτες και δημιουργεί προϋποθέσεις παραβατικής συμπεριφοράς, διότι ως περίκλειστος πλέον χώρος που δεν χρησιμοποιείται και δεν έχει οπτική επαφή με το περιβάλλον του γίνεται ελκυστικός για αντικοινωνικές συμπεριφορές». Περιγράφεται δηλαδή μία κατάσταση ολοκληρωτικής καταστροφής, και ως εκ τούτου, με την μορφή του κατεπείγοντος και την επίκληση της απρόβλεπτης περίστασης, εγκρίνεται να δοθεί χωρίς ανοιχτή διαγωνιστική διαδικασία. Εχει γίνει πλέον απρόβλεπτη μία οργανωμένη εδώ και χρόνια ανάπλαση (!). Φυσικά, ανακοινώνεται πάλι με τυμπανοκρουσίες η εκκίνηση του έργου σε μέσα ενημέρωσης.
Τι απαντά ο νυν δήμαρχος: Επειτα από 7 ολόκληρα χρόνια, ας μη… βιαζόμαστε
Ρωτήσαμε το νυν δήμαρχο κ. Μπονάτσο για όλα τα παραπάνω, δηλαδή πως, ενώ εξελίχθηκαν καλά οι εργασίες, φτάσαμε σε εικόνα καταστροφής και μορφή κατεπείγοντος. Μας απάντησε ότι «το έργο γίνεται με όρους ανασκαφής. Πρόκειται για επαναφορά του τοπίου στην αρχική του μορφή, βάσει φωτογραφικών ντοκουμέντων και επιτόπιας έρευνας» και ως εκ τούτου «το έργο δεν θα μπορούσε να φτάσει στο τέλος του μέσα σε 8 μήνες, ενώ η αιφνίδια εγκατάλειψη του έργου από τον ανάδοχο δημιούργησε επιπλέον φθορές».

Δηλαδή, μας είπε εν ολίγοις ότι οι αρχικοί όροι του διαγωνισμού, που όρισαν οι υπηρεσίες έπειτα από σχετικές μελέτες, ήταν λάθος. Τον ρωτήσαμε εάν έχει αποδοθεί στον προηγούμενο ανάδοχο κάποια χρηματική ποινή για τη λύση της σύμβασης, πάνω από έναν χρόνο μετά την υπογραφή της, δηλαδή τον Δεκέμβριο του 2024. Μας απάντησε «όχι», γιατί «σύμφωνα με τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων, οι καταβολή ποινικών ρητρών και λοιπών αποζημιώσεων θα εκκαθαριστούν κατά τη σύνταξη του τελικού λογαριασμού που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα». Για να δούμε… δηλαδή.
Τον ρωτήσαμε επίσης γιατί ολοκληρώθηκε η λύση της σύμβασης στο τέλος του 2024 ενώ ο ανάδοχος ζήτησε τη λύση της στις αρχές του συγκεκριμένου έτους κι έτσι χάθηκε χρόνος. Μας απάντησε ότι «η διάλυση σύμβασης είναι μία διοικητική διαδικασία χρονοβόρα» και πως «δεν χάθηκε χρόνος, ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα η νόμιμη οδός».
Μας ενημέρωσε ακόμη ότι οι εργασίες ξεκίνησαν ξανά τον περασμένο Σεπτέμβριο, θα διαρκέσουν 18 μήνες, αλλά κι αυτό… παίζεται γιατί εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες, καθώς «πρόκειται για μεταφυτεύσεις, για επιχρίσματα και λοιπές εργασίες που δεν γίνονται παντός καιρού». Αλλά και ότι, παρά τις νέες καταστροφές, δεν έγινε τροποποίηση της παλαιότερης μελέτης, αλλά μόνο «επικαιροποίηση των τευχών δημοπράτησης από την Τεχνική Υπηρεσία». Αρα είναι άγνωστο τι θα αντιμετωπίσουν οι νέοι ανάδοχοι.
Συμπλήρωσε δε στις δηλώσεις του ότι «σε τέτοιου είδους μνημεία, πολλώ δε μάλλον στο συγκεκριμένο, δεν χωρούν πρόχειρες λύσεις, βιασύνες ή εκπτώσεις ποιότητας». Συμπλήρωσε, δηλαδή, ότι οι κάτοικοι θα πρέπει να περιμένουν. Ας μη βιαζόμαστε, λοιπόν. Εξάλλου, αν υπολογίσει κανείς τις προσπάθειες που είχαν γίνει το 2000 ή ακόμα και τη δεκαετία του ’80, ή αν υπολογίσει κανείς ότι και η τελευταία προσπάθεια έχει κρατήσει ήδη 7 χρόνια και δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, μπορεί να ισχυριστεί με ασφάλεια ότι οι κάτοικοι δεν έχουν περιμένει και πολύ. (!) Μάλλον είναι ανυπόμονοι!
