Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…
Ἡ Μαίρη Λίντα ἔσβησε χθές, στό Γηροκομεῖο Ἀθηνῶν, ὅπου διέμενε «οἰκείᾳ βουλήσει» ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια, ἔχοντας ἀποσυρθεῖ (πολύ νωρίς) ἀπό τά φῶτα τῆς πίστας. Ἡ Μαίρη Δημητροπούλου, ὅπως ἦταν τό πραγματικό της ὄνομα, καταγόταν ἀπό τόν Πύργο Ἠλείας. Ἡ οἰκογένειά της μετακόμισε στήν Ἀθήνα, στόν Κολωνό, ὅταν ἐκείνη ἦταν 7 ἐτῶν. Τήν «ἀνακάλυψε» σέ μικρή ἡλικία ὁ Ὀρέστης Λάσκος καί ἀπό πολύ μικρή τραγουδοῦσε σέ βαριετέ καί καμπαρέ τῆς ἐποχῆς. Τότε συνηθιζόταν «παιδιά-θαύματα» νά ἀνεβαίνουν πολύ νωρίς στό πάλκο, κυρίως γιά νά προσφέρουν χρήματα στήν οἰκογένειά τους, στήν Ἑλλάδα τῆς φτώχειας καί τῆς προσπάθειας γιά βελτίωση τῆς ζωῆς τῶν κατατρεγμένων Ἑλλήνων. Μικρή πρωτοτραγούδησε ἡ Πόλυ Πάνου, μικρή ἡ Νινή Ζαχᾶ. Τραγουδοῦσαν τό βράδυ καί τό πρωί πήγαιναν σχολεῖο!
Τύχῃ ἀγαθῇ, τήν ἐπέλεξε γιά παρτενέρ ὁ Μανώλης Χιώτης καί δημιούργησαν ἐκεῖνο τό ἐκπληκτικό «ντοῦο», τό κορυφαῖο τῆς χρυσῆς γιά τό λαϊκό τραγούδι ἐποχῆς τοῦ ’60-’70. Κάποια στιγμή παντρεύτηκαν καί ἔμειναν ζευγάρι γιά μιά δεκαετία, ἐνῷ ἐμφανίσθηκαν μαζί σέ ἀρκετές ταινίες τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου. Ὁ Μίκης Θεοδωράκης, πού εἶχε τόν Χιώτη σολίστ στίς συναυλίες του καί ἐμπιστευόταν τραγούδια του στήν Λίντα, τῆς ἐμπιστεύθηκε καί τό τραγούδι «Ἀπαγωγή», μέ τό ὁποῖο κέρδισε τό Α΄ βραβεῖο στό Φεστιβάλ Τραγουδιοῦ Θεσσαλονίκης, τό 1961, δημιουργῶντας τό πρῶτο «ρῆγμα» στό λεγόμενο «ἐλαφρό τραγούδι», πού μέχρι τότε μονοπωλοῦσε τό Φεστιβάλ!
Σέ παλαιότερη συνέντευξή της, ἡ μεγάλη κυρία τοῦ ἑλληνικοῦ τραγουδιοῦ εἶχε πεῖ: «Μεγάλο μου λάθος τό ὅτι χώρισα μέ τόν Χιώτη. Ἀκόμα καί σήμερα, πονάω. Ὁ Χιώτης εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς ζωῆς μου. Δυστυχῶς, δέν μπορῶ νά γυρίσω τά χρόνια πίσω. Ἀκόμα καί σήμερα, πονάω. Γνωριστήκαμε ὅταν ἤμουν ἕντεκα ἐτῶν. Ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ καλύτερος ἐπιχειρηματίας ἦταν ὁ Κόκκαλης. Εἶχε τό “Πιγκάλ”, στήν Πατησίων, κάτω ἀπό τό “Ροζικλέρ”. Ὅλη ἡ ἀριστοκρατία τῆς Ἀθήνας ἐρχόταν ἐκεῖ. Πῆγα νά κάνω πρόβα μέ τήν ὀρχήστρα καί τόν μαέστρο. Μαέστρος ἦταν ὁ Χιώτης. Μιά ὀρχήστρα μέ τόν Μητσάκη, τόν Μπίνη, τόν Ροζαδίνο, τόν Λεμονόπουλο, τήν Δερέμπεη πού διέπρεψε μετά σάν μεγάλη πιανίστρια στό ἐξωτερικό. Ὁ Χιώτης ἤθελε πάντα νά ἔχει σπουδαία ὀρχήστρα.
Ἦταν καί ὁ ἴδιος φοβερός μουσικός. Ἐκεῖ πού καθόμουν, λοιπόν, βλέπω καί μπαίνει ἕνας ἄντρας μέ μιά ρεπούμπλικα μπέζ, ἕνα παλτό καμηλό. Ἕνας θεός ἦταν… Πράσινα μάτια, μέ κύκλους γκρί. Ἦταν σάν νά τά ἔβαφε τά μάτια του. Τόν ἐρωτεύτηκα μόλις τόν εἶδα. Μέ ξανθό μουστάκι. Τρελλάθηκα. Γνωριστήκαμε καί ἄρχισα νά λέω τά τραγούδια του. Ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ Μανώλης Χιώτης δέν ἦταν παντρεμένος. Παντρεύτηκε ἀργότερα τή Ζωή Νάχη. Καί ἔκαναν καί δυό παιδιά. Ὑπέφερα πολύ ἐπειδή ἤμουν ἐρωτευμένη μαζί του. Στή συνέχεια, γίναμε φίλες, ἤμασταν σάν οἰκογένεια ὅταν παντρεύτηκα τόν Χιώτη. Ἦταν καί ὁ Χιώτης ἐρωτευμένος μαζί μου, ἀλλά ἤμουνα πολύ μικρή»…
ΠΗΓΗ https://www.estianews.gr/apopseis/mairi-linta-%e1%bc%a1-proti-t%e1%bf%b6n-proton/
