«Συγγνώμη που υπήρξα»: ένας τίτλος που μοιάζει με απολογία, αλλά στην πραγματικότητα είναι δήλωση παρουσίας. Ο Σπύρος Γραμμένος επέστρεψε δισκογραφικά με 11 τραγούδια σε 10 διαφορετικά μουσικά είδη, αποδεικνύοντας ακόμη μία φορά ότι δεν χωράει εύκολα σε κατηγορίες και ταμπέλες. Με όχημα τον στίχο, το χιούμορ, την κοινωνική παρατήρηση και την ανάγκη του να μιλά για όσα συμβαίνουν γύρω του, έφτιαξε έναν δίσκο ζωντανό, ανθρώπινο, αλλά και πολύ προσωπικό.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Από τα τραγούδια «Λύκου κραυγή» και «Τζεντριφικέισο» και τις συνεργασίες με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και τη Νεφέλη Φασούλη, μέχρι την πολύτιμη στήριξη του κοινού μέσω crowdfunding, ο ξεχωριστός αυτός καλλιτέχνης δεν απολογείται γι’ αυτό που είναι. Αντίθετα, το υπερασπίζεται. Ο ίδιος μιλά στο «ENJOY» για την ανάγκη να παραμένει ελεύθερος, για την κοινωνία που αλλάζει, για τις πόλεις που χάνουν τις ιστορίες τους και για εκείνη τη μικρή, δύσκολη στιγμή που ένα τραγούδι παύει να είναι απλώς τραγούδι και γίνεται κάτι που αφορά όλους μας.
Ο τίτλος «Συγγνώμη που υπήρξα» ακούγεται σαν ειρωνεία ή αυτοσαρκασμός, αλλά και σαν κάτι που όλοι μας μπορεί να έχουμε νιώσει κάποια στιγμή. Τελικά, ποιος ζητά συγγνώμη σε αυτή τη δουλειά; Ο Σπύρος, ο καλλιτέχνης ή η κοινωνία;
Υπάρχουν άνθρωποι που απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν, επειδή λένε τη γνώμη τους, επειδή δεν χωράνε εύκολα σε κουτάκια ή επειδή επιμένουν να είναι ο εαυτός τους, θεωρούνται ενοχλητικοί. Σαν να τους ζητείται διαρκώς να απολογούνται για την παρουσία τους. Είμαι με αυτούς τους ανθρώπους. Οχι επειδή ξυπνάω με σκοπό να προκαλέσω, αλλά γιατί, όσο θα υπάρχουν πράγματα που με ενοχλούν, θα μιλάω γι’ αυτά. Οπότε ο τίτλος είναι σαν να λες: «Συγγνώμη που υπάρχω, συγγνώμη που μιλάω, συγγνώμη που δεν σας βολεύω».
Εχετε πει πολλές φορές ότι δεν μπορείτε να χωρέσετε σε μόνο ένα μουσικό είδος. Είναι καλλιτεχνική ανησυχία αυτό ή μια μορφή… ανυπακοής απέναντι στην ανάγκη της αγοράς να σας κατατάξει κάπου;
Δεν ξέρω αν είναι ανυπακοή. Αν ήταν, θα έπρεπε να μου αναγνωρίσουμε ότι την έχω οργανώσει πολύ καλά τόσα χρόνια, πράγμα που δεν ισχύει. Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή. Βαριέμαι εύκολα. Μου αρέσει να πειραματίζομαι. Και επειδή είμαι στιχοκεντρικός, μου δίνεται αυτή η ελευθερία να παίζω με τη μουσική. Να ψάχνω τι θα ταίριαζε σε κάθε τραγούδι και τι απ’ αυτά που άκουσα τον τελευταίο καιρό θα ήθελα να κλέψω. Καταλαβαίνω ότι η αγορά θέλει κατηγορίες. Είναι λογικό. Ετσι λειτουργεί. Αλλά δεν με αγγίζει.
Το κομμάτι «Τζεντριφικέισο» πιάνει ένα θέμα που απασχολεί όλο και περισσότερες γειτονιές. Αν έπρεπε να διαλέξετε μία ελληνική πόλη που κινδυνεύει να χάσει την ψυχή της, ποια θα ήταν και γιατί;
Θα ήταν πολύ εύκολο να πω την Αθήνα, αλλά δεν νομίζω ότι είναι θέμα μιας πόλης. Είναι θέμα του τρόπου που αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τις πόλεις. Οταν μια γειτονιά παύει να είναι τόπος για να ζουν άνθρωποι και γίνεται προϊόν προς εκμετάλλευση, κάτι έχει ήδη χαθεί. Δεν χάνονται μόνο τα παλιά σπίτια ή τα μικρά μαγαζιά. Χάνονται οι ιστορίες. Χάνεται ο περιπτεράς που σε ήξερε με το μικρό σου όνομα, ο φούρναρης που σου κρατούσε ψωμί, ο γείτονας που θα σου πότιζε τα λουλούδια αν έλειπες. Αυτά δεν τα γράφει κανένα συμβόλαιο και δεν τα υπολογίζει καμία επένδυση. Δεν είμαι απέναντι στην εξέλιξη. Οι πόλεις αλλάζουν, έτσι κι αλλιώς. Το θέμα είναι για ποιον αλλάζουν. Αν μια πόλη γίνει τόσο ακριβή, που οι άνθρωποι που της έδωσαν τον χαρακτήρα της δεν μπορούν πια να ζήσουν εκεί, τότε δεν ξέρω αν μιλάμε για ανάπτυξη. Μάλλον μιλάμε για αντικατάσταση. Και νομίζω ότι αυτό αρχίζει να συμβαίνει σε όλο και περισσότερα μέρη στην Ελλάδα. Οχι μόνο στην Αθήνα.
Πολλοί καλλιτέχνες αποφεύγουν να παίρνουν δημόσια θέση για κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα. Εσείς δεν φαίνεται να ανήκετε σε αυτή την κατηγορία. Θεωρείτε ότι ο καλλιτέχνης έχει ευθύνη να μιλά ή έχει και το δικαίωμα να σιωπά;
Η τέχνη από μόνη της είναι πολιτική πράξη. Αν υπάρχει κάτι που σε αφορά βαθιά, που σε θυμώνει, που σε πονάει, και επιλέγεις να μη μιλήσεις μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι το κόστος, τότε είσαι έμπορος, δεν είσαι καλλιτέχνης. Εγώ δεν τα πήγα ποτέ καλά με το εμπόριο.
Ποιο είναι κατά την άποψή σας το μεγαλύτερο προτέρημα και ποιο το μεγαλύτερο ελάττωμα του μέσου Ελληνα;
Δεν μου αρέσει πολύ η έκφραση «μέσος Ελληνας». Γενικά, δεν ελληνοποιώ τα πράγματα. Πιστεύω πως τα προτερήματα και τα ελαττώματα είναι παγκόσμια. Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι ίδιοι είναι. Αλλες φορές καλοί κι άλλες κακοί. Το θέμα είναι ότι δεν έχουμε όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αγωνίες, τις ίδιες αξίες ή τον ίδιο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο. Ταξικό είναι το θέμα. Αυτό που κατάφερε ο καπιταλισμός είναι να κάνει τον άνθρωπο να λατρεύει τον πλούσιο και να πιστεύει πως μια μέρα θα γίνει σαν κι αυτόν. Να τον κοιτάζει με δέος και να περιμένει ένα ξεροκόμματο. Και, φυσικά, να θέλει περισσότερα απ’ τον διπλανό του. Υπάρχουν βέβαια και οι στιγμές που στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, όχι όλοι, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι. Το έχουμε δει σε φυσικές καταστροφές, σε προσωπικές ιστορίες, σε στιγμές που η κοινωνία δοκιμάστηκε. Εκεί εμφανίζεται μια αλληλεγγύη.
Ο δίσκος σας ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια του crowdfunding. Τι σας έδωσε μεγαλύτερη ικανοποίηση; Η οικονομική στήριξη ή η αίσθηση ότι ένα κοινό λέει έμπρακτα «σε εμπιστευόμαστε πριν καν ακούσουμε το αποτέλεσμα»;
Χωρίς δεύτερη σκέψη το δεύτερο. Τα χρήματα ήταν το μέσο. Η εμπιστοσύνη ήταν το πραγματικό δώρο. Για δεύτερη φορά ο κόσμος αποφάσισε να στηρίξει έναν δίσκο πριν ακούσει ούτε μία νότα. Αυτό είναι κάτι που με συγκινεί πραγματικά, γιατί στην ουσία δεν στηρίζει ένα προϊόν. Στηρίζει μια διαδρομή. Σου λέει «πιστεύω ότι αυτό που θα φτιάξεις αξίζει να υπάρξει». Πολύ γλυκό συναίσθημα. Ζούμε σε μια εποχή που όλα μετριούνται σε streams, views και αλγορίθμους. Το crowdfunding είναι αγάπη και ειλικρίνεια. Είναι απ’ τα πιο συγκινητικά πράγματα που έχω ζήσει στη μουσική.

Στο άλμπουμ συνεργάζεστε με καλλιτέχνες διαφορετικών γενεών και αισθητικής. Τι αναζητάτε σε μια συνεργασία;
Νομίζω πως όλοι σε αυτόν τον δίσκο έχουμε κοινά μεταξύ μας. Δεν τις καταλαβαίνω τις διαφορές, γιατί πρώτα συνεργάζομαι με τον άνθρωπο και μετά με τον καλλιτέχνη. Αν τα βρίσκουμε στην κουβέντα, αν τα βρίσκουμε όταν θα καθίσουμε να φάμε σε ένα τραπέζι, αν δακρύζουμε για τα ίδια πράγματα, σίγουρα θα τα βρούμε και στη μουσική.
Εχετε υπάρξει μουσικός, ραδιοφωνικός παραγωγός, ηθοποιός, σεναριογράφος. Υπάρχει κάποια ιδιότητα που νιώθετε ότι σας περιγράφει καλύτερα ή όλες είναι διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου;
Νομίζω ότι όλες είναι διαφορετικοί τρόποι να αφηγείσαι ιστορίες. Στο ραδιόφωνο το κάνεις με τη φωνή σου. Στο θέατρο με έναν ρόλο. Στον κινηματογράφο με μια εικόνα. Στα τραγούδια με τρεις συγχορδίες και λίγες λέξεις. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω μία ιδιότητα, θα έλεγα τραγουδοποιός. Οχι γιατί είναι πιο σημαντική από τις άλλες, αλλά γιατί εκεί συναντιούνται όλες. Εκεί γράφω, παίζω, αφηγούμαι, γελάω, θυμώνω. Εκεί νιώθω πιο πολύ ο εαυτός μου. Βέβαια, έχω την εντύπωση ότι, αν με ρωτήσεις αύριο, μπορεί να σου απαντήσω κάτι διαφορετικό. Και δεν θα με ανησυχήσει καθόλου αυτό. Δεν αισθάνομαι ότι έχω τελειώσει με τον εαυτό μου.
Συχνά χρησιμοποιείτε το χιούμορ για να μιλήσετε για δύσκολα πράγματα. Πότε καταλαβαίνετε ότι ένα αστείο έχει πετύχει;
Οταν δεν τελειώνει στο γέλιο. Το γέλιο είναι το εύκολο κομμάτι. Αν κάποιος γελάσει, χαίρομαι. Αν όμως, λίγο αργότερα, σιωπήσει ή επιστρέψει σπίτι και το ξανασκεφτεί, τότε αισθάνομαι ότι ίσως το αστείο έκανε τη δουλειά του. Το χιούμορ για μένα δεν είναι ένας τρόπος να αποφύγεις τα δύσκολα. Είναι ένας τρόπος να τα πλησιάσεις. Αν πας κατευθείαν πάνω σε κάτι που πονάει, πολλές φορές ο άλλος σηκώνει άμυνα. Αν το πλησιάσεις λίγο λοξά, μπορεί να τον βρεις πιο ανοιχτό.
Είναι η ακρίβεια το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα ως κοινωνία;
Είναι σίγουρα από τα μεγαλύτερα, γιατί επηρεάζει την καθημερινότητα όλων. Οταν ένας άνθρωπος αγωνιά αν θα βγάλει τον μήνα, όλα τα υπόλοιπα περνούν σε δεύτερη μοίρα. Αλλά νομίζω ότι η ακρίβεια είναι και σύμπτωμα. Πίσω της υπάρχουν κι άλλα πράγματα. Η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι όσο κι αν δουλεύεις δεν φτάνει, η μοναξιά, η έλλειψη εμπιστοσύνης. Με απασχολεί πολύ το ότι έχουμε αρχίσει να θεωρούμε φυσιολογικό να δουλεύει κάποιος όλη μέρα και να μην μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια. Αυτό δεν θα έπρεπε ποτέ να γίνει κανονικότητα. Οι άνθρωποι δεν ζουν μόνο με χρήματα. Αλλά χωρίς αυτά πολύ γρήγορα αρχίζουν να στερούνται και πράγματα που δεν αγοράζονται: χρόνο, ηρεμία, όρεξη για ζωή.
Αν μπορούσατε να βάλετε το «Συγγνώμη που υπήρξα» να παίζει στα μεγάφωνα της Βουλής, ποιο τραγούδι θα διαλέγατε και σε ποιον θα θέλατε να φτάσει πρώτο;
Νομίζω ότι δεν θα διάλεγα τη Βουλή. Τα τραγούδια δεν γράφονται για τους τοίχους ούτε για τα έδρανα. Γράφονται για τους ανθρώπους. Θα προτιμούσα να παίζει σε ένα λεωφορείο, σε μια πλατεία, σε ένα εργοστάσιο, σε ένα νοσοκομείο, σε ένα σπίτι όπου κάποιος γυρίζει κουρασμένος από τη δουλειά του. Αν έπρεπε, όμως, να διαλέξω ένα τραγούδι, ίσως να διάλεγα το «Τζεντριφικέισο». Οχι για να κατηγορήσω κάποιον, αλλά για να θυμίσω ότι πίσω από κάθε σχέδιο, κάθε επένδυση και κάθε πολιτική απόφαση υπάρχουν άνθρωποι. Και οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί σε έναν πίνακα Excel. Γενικά, δεν πιστεύω ότι οι πολιτικοί αλλάζουν επειδή άκουσαν ένα τραγούδι. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο. Πιστεύω όμως ότι οι άνθρωποι αλλάζουν από μικρές συναντήσεις, από κουβέντες, από τέχνη, από εμπειρίες. Κι όταν αλλάζουν οι άνθρωποι, κάποια στιγμή αλλάζει και η κοινωνία. Οπότε, τελικά, δεν θα ήθελα ο δίσκος να φτάσει πρώτα στη Βουλή. Θα ήθελα να συνεχίσει να φτάνει εκεί που φτάνει ήδη. Στους ανθρώπους που τον έχουν ανάγκη.

