Μπορεί να μην είχαν ξεχάσει τα Φόκλαντ στην Αργεντινή, όμως στη συλλογική συνείδηση του κόσμου η ήττα στον πόλεμο του 1982 και η σαφής βούληση των κατοίκων τους να παραμείνουν «Βρετανοί» (99,80% «υπέρ» στο τελευταίο δημοψήφισμα του 2013) είχε περίπου καταστήσει το θέμα «ιστορικό».
- Του Α. Π. Δημόπουλου
Ετσι, όταν τους τελευταίους μήνες ο πρόεδρος της Αργεντινής Χαβιέ Μιλέι επανέφερε τα Φόκλαντ στο διεθνές προσκήνιο, κάποιοι κοντοστάθηκαν – πώς άραγε επέστρεψαν τα φόκλαντ από το πουθενά;
Και δεν μιλάμε απλώς για την επαναφορά του θέματος της κυριαρχίας των νησιών σε επίπεδο διπλωματίας αλλά και για ενέργειες χειροπιαστής πολιτικής – με την Αργεντινή, λ.χ., να στρέφεται μόλις προχθές κατά της ισραηλινής εταιρίας Navitas Petroleum λόγω των ερευνών της (μαζί με βρετανικές εταιρίες) σε οικόπεδα υδρογονανθράκων βορείως των νησιών (με εκτιμώμενα κοιτάσματα 1,8 δισ. βαρέλια και με πρόβλεψη έναρξης εκμετάλλευσης το 2028), κάτι διπλά εντυπωσιακό, αν σκεφθεί κανείς ότι ο κ. Μιλέι αποτελεί έναν θερμό υποστηρικτή του Ισραήλ στον κόσμο.
Εντούτοις και παρά τα ανωτέρω, ο διεθνής Τύπος περιορίζεται σε μια στενά εκλογική ανάγνωση της στάσης του Αργεντινού προέδρου, θεωρώντας, ότι, έχοντας μπροστά του αβέβαιες εκλογές για μια δεύτερη θητεία, τον Οκτώβριο του 2027, απλώς επιχειρεί να κερδίσει πόντους. Πράγματι, ο κ. Μιλέι εκλέχθηκε το 2023 με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα οικονομικής αλλαγής για την Αργεντινή και οι επιτυχίες του υπήρξαν εντυπωσιακές (μηδένισε τα δημοσιονομικά ελλείμματα, πήγε τον πληθωρισμό από το 210% στο 30%, αναθέρμανε γεωργία και ενέργεια), πλην όμως η φτώχεια επίσης επεκτάθηκε, στο γνωστό μοτίβο ότι η μακροοικονομική σταθερότητα δεν αποκαθιστά από μόνη της την ευημερία.
Διαρκή κρίση
Ετσι, και επειδή η Αργεντινή είναι μια χώρα που ο πληθυσμός της βιώνει εδώ και δεκαετίες μια διαρκή κρίση και τα περιθώρια υπομονής είναι περιορισμένα, ο κ. Μιλέι κινδυνεύει από το «σύνδρομο μονής θητείας», που οδήγησε σε αποτυχία επανεκλογής το 2019 τον τότε μετριοπαθή δεξιό πρόεδρο Μαουρίτσιο Μάκρι, αν και είχε και εκείνος κάπως σταθεροποιήσει την οικονομία. Και αυτό συνέβη γιατί η σταθεροποίηση δεν είχε αλλάξει ακριβώς την καθημερινότητα προς το καλύτερο και ο κόσμος συμπεριφερόταν σαν τον απελπισμένο ασθενή, που πηγαίνει από γιατρό σε γιατρό, μήπως και βρει διέξοδο στο πρόβλημά του.
Ετσι, μετά τον Μάκρι, το 2019 ήρθαν οι συνήθεις ολετήρες της χώρας περονιστές, εν συνεχεία το 2023 ήρθε ο κ. Μιλέι και το 2027 μπορεί κάλλιστα να έρθει κάποιος άλλος στον ίδιο φαύλο κύκλο, που δεν αντέχει να περιμένει πέραν της τετραετίας. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, τα Φόκλαντ (λένε) είναι εκλογικό τέχνασμα – μήπως και παραμείνει ο Μιλέι πέραν της τετραετίας.
Ομως, παρά τον όποιο εκλογικό δαρβινισμό, υπάρχει επίσης εν προκειμένω και μια συλλογιστική υψηλότερης πολιτικής. Δεν είναι μόνο ότι η επιστροφή των Φόκλαντ συμφιλιώνει τον κ. Μιλέι με εκείνο το τμήμα της εθνικιστικής Δεξιάς που δυσπιστούσε έναντί του, ως «αναρχοφιλελεύθερου» (τμήμα που είχε αναλάβει να εκφράσει η αντιπρόεδρος Βικτόρια Βιγιαρουέλ), με αποτέλεσμα να οικοδομείται μια λιγότερο ανομοιογενής Δεξιά στην Αργεντινή και έτσι να αλλάζει το πολιτικό τοπίο.
Το σημαντικότερο είναι ότι, παρά τις όποιες εντυπώσεις, η ανακίνηση του θέματος γίνεται πλέον απρόσμενα αισθητή ως μια ρεαλιστική πολιτική και όχι σαν μια απλή εθνικιστική ρητορεία. Γιατί, τελικά, ποιες ήταν οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις που είχαν καταστήσει την υπόθεση των Φόκλαντ «ιστορία»; Ηταν το γεγονός ότι κανείς δεν μπορούσε να υπερβεί αναλυτικά το σχήμα ότι ο αντίπαλος της Αργεντινής ήταν μια υπέρτερη στρατιωτική και πολιτική δύναμη (η Βρετανία), την οποία μπορούσε να τιθασεύσει μόνον η Αμερική, πράγμα φυσικά που δεν έκανε το 1982 και γιατί η ιστορία να μην επαναλάβει εαυτήν με τους ίδιους όρους σήμερα; Και αυτό που κάνει ο κ. Μιλέι είναι ακριβώς να μεταβάλει αναλυτικά αυτό το σχήμα.
Οχι τυχαία βέβαια, αλλά γιατί του έδωσε την ευκαιρία ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, που, μέσα στο καλοκαίρι, στο θέμα των Φόκλαντ έκανε λόγο για «επανεξέταση πολιτικής», συνδέοντάς την μάλιστα με τη στάση της Βρετανίας στο Ιράν και με τον διαλυτικό συνειρμό να είναι ότι, αφού η Βρετανία δεν βοήθησε στο Ιράν, γιατί οι ΗΠΑ. να βοηθήσουν στα Φόκλαντ;
Υπέρβαση
Με αποτέλεσμα, από εκεί και πέρα, η αναλυτική υπέρβαση να γίνεται ευχερής, γιατί βέβαια η Βρετανία του 2026 δεν είναι η Βρετανία του 1982, όταν η Θάτσερ αγνόησε τους ίδιους τους υπουργούς της και έστειλε μια αρμάδα στην άλλη άκρη της γης, ώστε, κερδίζοντας έναν πόλεμο, να απαλλάξει επιτέλους τη Βρετανία από το σύμπλεγμα μεταπολεμικής κατωτερότητας, που την ήθελε απλό παραστάτη των ΗΠΑ.
Ποιος θα το έκανε όμως σήμερα αυτό και μάλιστα με τις ΗΠΑ «απέναντι»; Ο κ. Μπέρναμ; Και ακόμα και εάν το έκανε, ποια ακριβώς αρμάδα θα έστελνε; Γιατί, φυσικά, έπειτα από 40 χρόνια αποεπένδυσης στην άμυνα, όταν η Βρετανία χρειάσθηκε να στείλει ένα από τα έξι αντιτορπιλικά της στη Μέση Ανατολή, είχε μόνο ένα επιχειρησιακά έτοιμο. Και ναι μεν αυτό δεν σημαίνει ότι ο κ. Μιλέι θα εισβάλει στα Φόκλαντ, σημαίνει όμως ότι αυτοί που τον βλέπουν να αλλάζει ρότα εντός και εκτός Αργεντινής καταλαβαίνουν μάλλον ενστικτωδώς ότι δεν άλλαξε ο ίδιος αλλά ο κόσμος. Και αυτό με τη σειρά του δεν λογίζεται φθηνή εκλογική πολιτική, αλλά εκ νέου στάθμιση εθνικής ισχύος.

