Έντονη δυσαρέσκεια στο Τελ Αβίβ για τη στάση της Ουάσινγκτον και προσωπική ενόχληση Νετανιάχου
Η υπό διαμόρφωση αμερικανοϊρανική συμφωνία προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια στο Ισραήλ. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στο περιβάλλον του τις οποίες επικαλείται η αμερικανική ιστοσελίδα Al-Monitor, βιώνει την εξέλιξη αυτή ως προσωπική αλλά και στρατηγική καταστροφή.
- Από τη Μαρία Δεναξά
Η διατύπωση που χρησιμοποίησε ένας στενός συνεργάτης του είναι αιχμηρή. «Γνωρίζει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις εξελίξεις και ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα, ακόμα κι αν η συμφωνία που υπογράφεται μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν είναι καταστροφική, όπως την αποκαλεί».
Για έναν ηγέτη σαν τον Νετανιάχου, που έχτισε την καριέρα του πάνω στην ιρανική απειλή ως παράγοντα εσωτερικής συσπείρωσης, ως μοχλό πίεσης προς την Ουάσινγκτον και ως λόγο στρατηγικής ύπαρξης, πρόκειται για την κατάρρευση ενός ολόκληρου πολιτικού αφηγήματος.
«Το σχέδιο για την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος με κουρδική συνεργασία ήταν πλήρες και λεπτομερές. Είχαμε επενδύσει τεράστιους πόρους και ενέργεια σε αυτό. Δεν ήταν κάτι πρόχειρο, δεν ήταν επιφανειακό. Οι Αμερικανοί το γνωρίζουν πολύ καλά, γιατί είχαν ενημερωθεί πλήρως».
Αυτή η εξομολόγηση στο Al-Monitor ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών λέει τα πάντα για τη βαθιά ρήξη ανάμεσα στους δύο συμμάχους. Δεν πρόκειται για τακτική διαφωνία, αλλά για θεμελιώδη απόκλιση ως προς τον τελικό στόχο.
Το Ισραήλ ήθελε να πάει μέχρι τέλους. Να συνοδεύσει δηλαδή τις κουρδικές δυνάμεις σε μια εκ των έσω αποσταθεροποίηση του καθεστώτος της Τεχεράνης, με αμερικανική και ισραηλινή αεροπορική κάλυψη. Το σχέδιο, που περιγράφεται ως σοβαρό, τεκμηριωμένο και προσεκτικά προετοιμασμένο, φέρεται ότι εγκαταλείφθηκε την τελευταία στιγμή.
Και για το περιβάλλον του Νετανιάχου, ο υπαίτιος έχει όνομα: ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται ότι υπέκυψε στις πιέσεις του Ερντογάν. Από την τουρκική σκοπιά, το διακύβευμα είναι σαφές. Ο Ερντογάν δεν μπορεί να ανεχθεί τη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους στα σύνορά του.
Αυτό θα σήμαινε την παροχή καταφυγίου σε αυτονομιστικά κινήματα που υπονομεύουν τη «σταθερότητα» στην Τουρκία εδώ και δεκαετίες. Η υποτιθέμενη πίεση του Ερντογάν προς τον Τραμπ, για να σταματήσει το κουρδοϊσραηλινό σχέδιο, δεν είναι παρά η έμπρακτη αποτύπωση ενός τουρκικού εθνικού συμφέροντος που έχει υπολογιστεί με ακρίβεια. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Ουάσινγκτον το άκουσε. Η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται ότι αποφάσισε υπέρ της Αγκυρας έναντι του Τελ Αβίβ.
Αυτό που αποκαλύπτουν οι πληροφορίες του Al-Monitor είναι η ψευδαίσθηση στην οποία είχε εγκλωβιστεί το Ισραήλ: ότι δηλαδή είχε μια προνομιακή εταιρική σχέση με την Ουάσινγκτον που του έδινε δικαίωμα λόγου, ελέγχου, ακόμη και βέτο, πάνω στην αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή.
Ομως ο Τραμπ, καθοδηγούμενος από μια ψυχρή λογική συμφερόντων, απλώς αποφάσισε με βάση τους δικούς του υπολογισμούς να αποφύγει την εμπλοκή, να διατηρήσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Αγκυρα και να εξασφαλίσει μια συμφωνία μέσω διαπραγμάτευσης αντί για ανοιχτό πόλεμο. Το Ισραήλ δεν βρίσκεται στην εξίσωση, ή τουλάχιστον όχι στο επίπεδο που πίστευε ότι κατείχε.
Η πιο διαφωτιστική αποκάλυψη πάντως είναι ότι σύμφωνα με πηγές του Al-Monitor, ο Νετανιάχου φέρεται ότι έχει φτάσει στο σημείο να νοσταλγεί τον Μπαράκ Ομπάμα, τον πρόεδρο που είχε ταπεινώσει μπροστά στο Κογκρέσο των ΗΠΑ το 2015, με τον οποίο είχε παρατεταμένη πολιτική αντιπαράθεση.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη λέει πολλά για τη βαθιά στρατηγική εξάρτηση του Ισραήλ από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οταν η Ουάσινγκτον επιλέγει διαφορετική κατεύθυνση, το Τελ Αβίβ μπορεί να αντιδρά, αλλά η δυνατότητά του να μεταβάλει την αμερικανική πολιτική παραμένει περιορισμένη. Η υπόθεση επίσης υπενθυμίζει ότι η ισραηλινή στρατηγική αυτονομία έχει σαφή όρια, όσο ισχυρή κι αν εμφανίζεται συχνά στη δημόσια συζήτηση.
Το πολιτικό κόστος μιας εξωτερικής αδυναμίας
Η εξωτερική αδυναμία του Ισραήλ να επηρεάσει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχει άμεσες εσωτερικές συνέπειες. Σύμφωνα με την ίδια πηγή κοντά στον Νετανιάχου, μια αμερικανοϊρανική συμφωνία θα μπορούσε να επιταχύνει το τέλος της πολιτικής καριέρας του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
«Μια συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν θα επηρεάσει την απόφασή του Νετανιάχου σχετικά με το αν θα είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές ή αν θα αποφασίσει ότι είναι ώρα να αποσυρθεί με αντάλλαγμα έναν δικαστικό συμβιβασμό». Ο ισχυρός άνδρας του Ισραήλ, που κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία επί χρόνια, μπορεί τελικά να βρεθεί εγκλωβισμένος από την αμερικανική διπλωματία εκεί όπου η ισραηλινή δικαιοσύνη δεν κατάφερε να τον στριμώξει και να τον ανατρέψει.
Ο Νετανιάχου πάντα αξιοποιούσε την ιρανική απειλή για να συσπειρώνει την εκλογική βάση του, να δικαιολογεί την παραμονή του στην εξουσία και να αναβάλλει τα δικαστικά του προβλήματα. Αν η Ουάσινγκτον εξουδετερώσει αυτή την απειλή μέσω της διπλωματικής οδού, τότε υπονομεύεται ο βασικός άξονας αυτής της στρατηγικής. Δεν είναι η ειρήνη που απειλεί τον Νετανιάχου: είναι η ειρήνη που μπορεί να επιτευχθεί χωρίς αυτόν, πέρα από αυτόν και παρά τη βούλησή του.
Οσο για τον Τραμπ, επιθυμεί μια συμφωνία θέτοντας τρεις δημόσιες προϋποθέσεις: εγκατάλειψη των πυρηνικών στρατιωτικών φιλοδοξιών του Ιράν, παράδοση του εμπλουτισμένου ουρανίου, επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Απαιτήσεις που αφορούν άμεσα τα αμερικανικά συμφέροντα: περιφερειακή ασφάλεια, ελευθερία ναυσιπλοΐας, μη διάδοση πυρηνικών. Καμία αναφορά στα ισραηλινά συμφέροντα. Καμία ορατή συνεννόηση. Μόνο η αμερικανική ισχύς, που ενεργεί σύμφωνα με τη δική της λογική.
Με λίγα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ένας ανιδιοτελής προστάτης: είναι μια δύναμη που υπολογίζει, αποφασίζει και μπορεί, όταν χρειαστεί, να διαπραγματευτεί ακόμα και με τον δηλωμένο εχθρό του συμμάχου της. Κι αυτό ο Νετανιάχου μόλις το ανακάλυψε…

