Προβάλλεται η δυναμική της γελοιογραφίας ως κοινωνικού σχολίου, με έργα νέων αλλά και διεθνώς καταξιωμένων δημιουργών όπως ο πασίγνωστος Αργεντίνος Κίνο
Η 3η Εκθεση και Διαγωνισμός Γελοιογραφίας εγκαινιάστηκε και φιλοξενείται έως 24 Ιουλίου στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ ΛΕΑ – Λογοτεχνία Εν Αθήναις, με κεντρικό θέμα «Λογοτεχνία και ελευθερία», ενώ πλαισιώνεται από την παράλληλη παρουσίαση «La Catrina: 25 χρόνια σκίτσο, σάτιρα και ελευθερία», στο Ινστιτούτο Θερβάντες, Σκουφά 31, Κολωνάκι, 2103634117.
Προβάλλεται η δυναμική της γελοιογραφίας και της εικόνας της ως κοινωνικού σχολίου, με έργα νέων αλλά και διεθνώς καταξιωμένων δημιουργών του είδους, όπως ο πασίγνωστος Αργεντίνος Κίνο, γνωστός για τη δημιουργία της Μαφάλντα, σε επιμέλεια Αδριάνας Μοσκέρα.
Ολοι οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν κατά τα εγκαίνια τη μεγάλη συμβολή που είχαν οι γελοιογραφίες, τα κόμικ και οι σατιρικές βινιέτες στις εφημερίδες και στα περιοδικά, με τις απλές προτάσεις που χρησιμοποιούνταν ως πρώτη εισαγωγή κατά την παιδική ηλικία του ανθρώπου στην ανάγνωση και τη λογοτεχνία.
Επεσήμαναν, δε, πόσο η σημερινή ψηφιακή πραγματικότητα, που οδηγεί και στον μαρασμό του έντυπου Τύπου, με τον οποίο συνδέθηκαν η γελοιογραφία, η βινιέτα, το κόμικ, μεταβάλλει τη σχέση αυτού του είδους και την κοινωνική και συναισθηματική επίδρασή του πάνω στις νέες ηλικίες και τη διαδικασία της ανάγνωσης.
Οπως επισημαίνεται, με την ανάδυση του Τύπου ως ανεξαρτήτου μέσου πληροφόρησης και συλλογικής διαπαιδαγώγησης και αργότερα με την εξέλιξη της λιθογραφίας, η γελοιογραφία απετέλεσε ένα μοναδικό εκφραστικό μέσο για τον σχολιασμό της πολιτικής και της κοινωνικής πραγματικότητος.
Με κοινωνικούς τύπους και γνώριμα πρόσωπα της καθημερινότητας, η γελοιογραφία συνέβαλε και στην ανάπτυξη μιας συλλογικής ταυτότητος, ενώ συχνά παρότρυνε στην ανάπτυξη της καλλιέργειας, δημιουργούσα περιέργεια. Το ιδιαίτερο εκφραστικό μέσο, που χαρακτηρίζεται από την ευθύτητα, την αμεσότητα και την παρρησία, έχει συνδεθεί με τη λογοτεχνία, σχεδόν από τη γέννεση του βιβλίου και τις πρώτες εικονογραφήσεις.
Ως «φθηνό» και προσιτό μέσο ψυχαγωγίας και παράλληλα με τον «λαϊκό» και απροσποίητο χαρακτήρα, το είδος συνέβαλε στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης και βοήθησε στην εκτόνωση, μέσω της σάτιρας και των παιγνιωδών υπαινιγμών της, της συναισθηματικής έντασης απέναντι στην πραγματικότητα.
Η ψηφιακή πραγματικότητα, η οπτική παντοδυναμία και η πλασματικότητα που παράγει στην εικόνα, η διογκούμενη εμπορευματοποίησή της, που αποκλείει την παρρησία και τη «βλάσφημο» συνήθως μορφή και λειτουργία της γελοιογραφίας, η αποδυνάμωση του έντυπου λόγου και μέσων οδηγούν το είδος σε δευτερεύοντα ρόλο.
Τα «πολιτισμικά στερεότυπα» επιβάλλονται από την ψηφιακή παντοκρατορία και δημιουργούν μία συμπεριφορική ομοιογένεια, αυτό που ακριβώς καυτηρίαζαν και η γελοιογραφία και η εμπορευματοποίηση του μηνύματος, ωθούν τη γελοιογραφία και το κόμικ είτε στη συμπόρευση είτε στην περιθωριοποίησή τους. Ειδικά στη χώρα μας, ως ιδιαίτερο μέσο έκφρασης της έμφυτης παρρησίας και της σατιρικής προδιάθεσης του Ελληνα, αποκαλύπτει την απώλεια ενός ταυτοτικού χαρακτηριστικού της κουλτούρας και της συμπεριφοράς του.
