Ενώπιον της ανακρίτριας οδηγείται σήμερα η 46χρονη που κατηγορείται για συμμετοχή στον φονικό εμπρησμό της Marfin, μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή 16 χρόνια μετά την τραγωδία της 5ης Μαΐου 2010, όταν τρεις εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους στο υποκατάστημα της τράπεζας στην οδό Σταδίου.
Η γυναίκα, η οποία εκδόθηκε από τη Βρετανία στην Ελλάδα αργά χθες το βράδυ, καλείται να δώσει απαντήσεις στις κατηγορίες που της αποδίδουν οι Αρχές, ενώ η ίδια επιμένει ότι δεν έχει καμία εμπλοκή στην επίθεση.
Η επιστροφή στην Ελλάδα και η απολογία
Η 46χρονη έφτασε στην Αθήνα λίγο μετά τις 22:30 το βράδυ της Πέμπτης, συνοδεία αστυνομικών του ελληνικού FBI, με την άφιξή της να αποτελεί την τελευταία εξέλιξη στην πολύχρονη έρευνα για την υπόθεση της Marfin.
Λίγο πριν από τις 23:30 μεταφέρθηκε στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής (ΓΑΔΑ), όπου παρέμεινε κρατούμενη καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Σήμερα αναμένεται να οδηγηθεί αρχικά στην αρμόδια εισαγγελική αρχή για την εκτέλεση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης και στη συνέχεια στην ανακρίτρια που χειρίζεται την υπόθεση, προκειμένου να απολογηθεί.
Η κατηγορούμενη, πάντως, από την πρώτη στιγμή αρνείται κάθε εμπλοκή. Σύμφωνα με πληροφορίες, όταν ενημερώθηκε ότι περιλαμβάνεται στη δικογραφία επικοινώνησε η ίδια με αξιωματικούς του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, εκφράζοντας την πρόθεσή της να παρουσιαστεί ενώπιον της ελληνικής Δικαιοσύνης. Αντίστοιχα, ενώπιον των βρετανικών δικαστικών αρχών είχε συναινέσει στην έκδοσή της στην Ελλάδα.
Η σύλληψη στο Λονδίνο
Η 46χρονη είχε επιχειρήσει να επιστρέψει στην Ελλάδα στις 13 Ιουλίου, ωστόσο συνελήφθη στο αεροδρόμιο του Λονδίνου, καθώς σε βάρος της είχε ήδη εκδοθεί ερυθρά αγγελία της Interpol από τις ελληνικές Αρχές.
Έκτοτε παρέμεινε υπό κράτηση στη Βρετανία μέχρι να ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες έκδοσής της. Τα τελευταία έξι χρόνια διέμενε στο Μπράιτον, όπου είχε δημιουργήσει τη ζωή της μαζί με την οικογένειά της και τα δύο παιδιά της.
Πώς οι Αρχές έφτασαν στην ταυτοποίησή της
Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, η 46χρονη είχε καταγραφεί σε βιντεοληπτικό υλικό από την ημέρα της επίθεσης, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Ωστόσο, σε αρκετά καρέ διακρίνεται η χαρακτηριστική ξανθιά κοτσίδα της.
Η ταυτοποίησή της, σύμφωνα με τις Αρχές, προέκυψε ύστερα από νέα επεξεργασία του διαθέσιμου οπτικού υλικού από τα εγκληματολογικά εργαστήρια, με τη χρήση σύγχρονων μεθόδων ανάλυσης και τεχνητής νοημοσύνης.
Οι αστυνομικοί αξιολόγησαν σειρά στοιχείων, μεταξύ των οποίων ο σωματότυπος, το ύψος, τα χαρακτηριστικά των μαλλιών και των αυτιών, καθώς και τα ρούχα, τα παπούτσια και το σακίδιο που φέρεται να έφερε κατά την παρουσία της στο σημείο.
Κατά την ίδια έρευνα, η 46χρονη φέρεται να βρίσκεται δίπλα στον άνδρα που έσπασε τη γυάλινη πρόσοψη του υποκαταστήματος. Οι Αρχές της αποδίδουν υποστηρικτικό ρόλο στην ομάδα που πραγματοποίησε την επίθεση και πέταξε τις βόμβες μολότοφ στο εσωτερικό του κτιρίου.
Η τραγωδία της 5ης Μαΐου 2010
Η επίθεση σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της μεγάλης διαδήλωσης της 5ης Μαΐου 2010 στο κέντρο της Αθήνας. Κουκουλοφόροι έσπασαν τη βιτρίνα του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου και πέταξαν στο εσωτερικό εύφλεκτο υλικό και βόμβες μολότοφ, προκαλώντας πυρκαγιά.
Από τη φωτιά εγκλωβίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι: η 32χρονη έγκυος τεσσάρων μηνών Αγγελική Παπαθανασοπούλου, ο 36χρονος Επαμεινώνδας Τσάκαλης και η 35χρονη Παρασκευή Ζούλια.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, η ομάδα που πραγματοποίησε την επίθεση λειτουργούσε με κατανομή ρόλων, με ορισμένα μέλη να αναλαμβάνουν την εκτέλεση του εμπρησμού και άλλα να παρέχουν υποστήριξη.
Για την ίδια υπόθεση έχουν ήδη συλληφθεί δύο 42χρονοι, οι οποίοι βρίσκονται προσωρινά κρατούμενοι στις φυλακές Μαλανδρίνου και Ναυπλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, στον έναν αποδίδεται ο συντονισμός της ομάδας, ενώ ο δεύτερος φέρεται να είναι το άτομο που έσπασε τη γυάλινη πρόσοψη της τράπεζας, ώστε να ακολουθήσει η ρίψη των μολότοφ.
