Τη φετινή σεζόν τον απολαύσαμε τηλεοπτικά ως ανατρεπτικό Δάκη στη σειρά «Γιατί, ρε πατέρα;», ενώ αυτό το καλοκαίρι περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα με τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου, σε διασκευή και σκηνοθεσία των Ρέππα και Παπαθανασίου.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Μια κωμωδία που, αιώνες μετά τη συγγραφή της, εξακολουθεί να αναδεικνύει τις φοβίες, τις αυταπάτες και τις ανασφάλειες του σύγχρονου ανθρώπου.
Η υποκριτική υπήρξε για εσάς επαγγελματικός μονόδρομος από τα εφηβικά σας χρόνια ή δοκιμάσατε και άλλα πράγματα προτού καταλήξετε εκεί;
Από το λύκειο είχα αρχίσει να το σκέφτομαι. Σπούδασα Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων, αλλά παράλληλα φοίτησα και σε δραματική σχολή. Ηταν κάτι που ήθελα πολύ, με τραβούσε σαν μαγνήτης. Από ένα σημείο και μετά φαινόταν πως θα όδευα προς τα εκεί, δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Μου αρέσει να κάνω πράγματα που με κάνουν να περνάω καλά. Αυτό έχω ως στόχο στη ζωή μου. Γι’ αυτό και επέλεξα μια δουλειά, φεύγοντας από το σπίτι, να μη σκέφτομαι «ωχ, πάω για δουλειά», αλλά ότι πάω να κάνω κάτι που μου αρέσει. Εμείς λέμε «πάμε να παίξουμε», όχι «πάμε να δουλέψουμε». Και μόνο αυτή η αλλαγή του ρήματος, το «παίζω» αντί για το «δουλεύω», είναι σημαντική για την ψυχολογία.
Αυτό το «πάμε να παίξουμε» φαίνεται πως λειτούργησε καλά και στο φετινό σίριαλ που σας απολαύσαμε, το «Γιατί, ρε πατέρα;» του ΑΝΤ1. Πώς γίνατε μέλος αυτής της παρέας και πώς περάσατε συνολικά σε αυτή την τηλεοπτική περιπέτεια;
Αρχικά με πήραν τηλέφωνο από την παραγωγή και με ενημέρωσαν ότι με σκέφτονταν για κάποιον ρόλο, αλλά θα έπρεπε να περάσω από κάστινγκ. Ετσι κι έγινε. Μετά υπήρξε μια περίοδος αναμονής, γιατί η πρώτη κρούση είχε γίνει πολύ νωρίς, τον περσινό χειμώνα. Οπως έμαθα εκ των υστέρων, είχαν δει και άλλους ηθοποιούς για τον ρόλο του Δάκη. Τελικά, κάποια στιγμή, τον περασμένο Μάιο, χτύπησε το τηλέφωνό μου και μου είπαν: «Πήρες τον ρόλο». Στη συνέχεια άρχισα να μαθαίνω σταδιακά ποιοι άλλοι θα συμμετείχαν στη σειρά και ξεκινήσαμε τις πρόβες. Ο σκηνοθέτης μας Γιάννης Παπαδάκος μάς πρότεινε να κάνουμε αρκετές πρόβες πριν αρχίσουν τα γυρίσματα και αυτό ήταν πραγματικά πολύ ωραίο και πολύ χρήσιμο, γιατί δεθήκαμε όλοι σαν ομάδα. Ηταν μια πολύ ευτυχής συγκυρία αυτή η σειρά. Ολα τα παιδιά είναι εκπληκτικά, ταλαντούχα και, πάνω απ’ όλα, φανταστικοί άνθρωποι. Να φανταστείς ότι πήγαινα στο γύρισμα μισή ώρα πριν από το όρντινό μου, δηλαδή την προκαθορισμένη ώρα άφιξής μου, μόνο και μόνο για να πιούμε έναν καφέ και να πούμε τα νέα μας. Οχι να πέσουμε κατευθείαν με τα μούτρα στο διάβασμα και μετά στη σκηνή. Ηθελα να μιλήσω με το συνεργείο, γιατί όλοι, μπροστά και πίσω από τις κάμερες, είναι υπέροχοι άνθρωποι. Το «Γιατί, ρε πατέρα;» είναι μια συνεργασία που θα θυμάμαι για πάντα.
Ο Δάκης, ο χαρακτήρας που υποδυθήκατε, βρίσκεται στην καρδιά της ίντριγκας. Δεν ήταν αυτό που φαινόταν αρχικά και είχε συνεχείς ανατροπές μέχρι το τελευταίο επεισόδιο. Τι σας γοήτευσε περισσότερο σε αυτόν;
Καταρχάς, θέλω να πω και δημόσια ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον σεναριογράφο Αντώνη Ανδρή που μου έγραψε αυτόν τον ρόλο. Του είμαι πραγματικά ευγνώμων. Γνωρίζοντας από την αρχή μέχρι πού θα έφτανε ο Δάκης, είχα μια μεγάλη υποκριτική ελευθερία να τον προσεγγίσω σε πολλά επίπεδα. Ο χαρακτήρας είναι γραμμένος έτσι ώστε να μπορεί να ξεφεύγει από πολλές καταστάσεις. Αυτό του δίνει, ήδη από τη γραφή, την ελευθερία να κρίνει και να αποδιοργανώνει τους υπόλοιπους χαρακτήρες, κάτι που εμένα μου αρέσει πάρα πολύ. Σε ένα τόσο υπέροχο σενάριο, γεμάτο ανατροπές για όλους τους χαρακτήρες, το να υπάρχει ένας άνθρωπος ακόμα πιο ελεύθερος από τους υπολοίπους, ώστε να μπορεί να τους αποσυντονίζει και να δημιουργούνται νέες καταστάσεις, δίνει μεγάλη ελευθερία και στον ηθοποιό που τον υποδύεται. Οταν διάβασα το σενάριο στην αρχή, αναρωτιόμουν πώς θα φανεί η σκοτεινή πλευρά αυτού του χαρακτήρα. Τελικά κατάλαβα ότι όσο πιο ελεύθερα τον έπαιζα, τόσο πιο έντονα θα αναδεικνυόταν αυτό το στοιχείο. Γιατί είναι ένας σκοτεινός χαρακτήρας, ο οποίος έχει «καταπιεί» φως.
Το «Γιατί, ρε πατέρα;» βασίζεται σε μια οικογενειακή ιστορία γεμάτη μυστικά, χρήματα και παρεξηγήσεις. Πιστεύετε ότι τελικά οι οικογενειακές σχέσεις είναι το πιο ανεξάντλητο υλικό για κωμωδία;
Σαφώς. Οι οικογενειακές σχέσεις είναι σαν τα δακτυλικά αποτυπώματα, κάθε οικογένεια έχει τον δικό της χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι κάθε οικογένεια μπορεί να σου δώσει, όπως λένε, πολύ «ζουμί» για να παίξεις και να δημιουργήσεις. Οπως και να ’χει, όταν εξερευνάς τις δυναμικές μιας μικρής κοινωνικής ομάδας, όπως είναι μια οικογένεια, εκεί μέσα μπορούν να συμβούν τα πάντα: από τα πιο σκληρά μέχρι τα πιο αστεία. Και χαίρομαι γιατί σε αυτή τη σειρά υπήρχε όλο αυτό.
Μπορεί φέτος να ήσασταν ο Δάκης της μικρής οθόνης, αλλά σίγουρα θα υπάρχει ακόμη κόσμος που σας συνδέει και με τον Τόλη του «Σασμού» όταν σας συναντά στον δρόμο. Σωστά;
Υπάρχει, ναι. Ο «Σασμός» ήταν μια πολύ όμορφη σειρά και ο κόσμος μού μιλάει ακόμη γι’ αυτήν. Την παρακολουθούσε φανατικά και, κατά κάποιον τρόπο, όλοι οι χαρακτήρες της έχουν μείνει στο μυαλό του σαν να βρίσκονται ακόμη εκεί. Είναι πάρα πολύ όμορφο αυτό, γιατί βλέπεις πως η δουλειά που κάνουμε έχει ουσία. Στόχος μας είναι να περάσουμε κάτι στον κόσμο. Και όταν ένας χαρακτήρας καταφέρνει να αγγίξει το κοινό και να μείνει στη μνήμη του, αυτό είναι μια μεγάλη κατάκτηση για έναν ηθοποιό.
Εχετε συμμετάσχει με επιτυχία τόσο σε δραματικές όσο και σε κωμικές παραγωγές. Πού νιώθετε ότι αποκαλύπτεται περισσότερο ο εαυτός σας ως ηθοποιός;
Δεν μπορώ να βάλω στεγανά. Οταν με εμπνέει ο λόγος που καλούμαι να εκφέρω, δηλαδή το σενάριο, τότε νιώθω καλά. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνομαι μεγαλύτερη άνεση στην κωμωδία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θεωρώ πως την κατέχω. Πιστεύω ότι στο επάγγελμά μας μαθητεύεις διαρκώς. Δεν είναι ότι μαθαίνεις κάτι και τελείωσε. Η κοινωνία εξελίσσεται συνεχώς και μαζί της πρέπει να εξελίσσεται και η υποκριτική τέχνη. Κατ’ επέκταση, ο ηθοποιός οφείλει να ακολουθεί αυτή την εξέλιξη και να μη μένει προσκολλημένος στο παρελθόν, γιατί τότε γίνεται… μνημείο. (γέλια) Πρέπει να προχωράμε μαζί με τον κόσμο ή, ακόμα καλύτερα, λίγο πιο μπροστά, ώστε ως καλλιτέχνες να του δείχνουμε τον δρόμο.
Γιατί πιστεύετε ότι λείπουν σήμερα οι πολλές, αλλά και ειδικότερα οι καλές κωμωδίες από την τηλεόραση; Γιατί έχουμε γεμίσει με δράματα;
Θεωρώ ότι και η τηλεόραση ακολουθεί, ως έναν βαθμό, την κοινωνία. Οταν ζούμε σε μια εποχή όπου ο κόσμος δυσκολεύεται και καθημερινά δεν ξέρει από πού θα του έρθει, η τηλεόραση δεν μπορεί να είναι μόνο γέλια και «χαρωπά τα δυο μου χέρια τα χτυπώ». Οφείλει να αφουγκράζεται και την πραγματικότητα. Γι’ αυτό ίσως οι τηλεθεατές ταυτίζονται περισσότερο με το δράμα, γιατί -κακώς, βέβαια- τους είναι πιο οικείο. Βλέπουμε, όμως, ότι οι κωμωδίες εξακολουθούν να υπάρχουν και πιστεύω πως δεν θα σταματήσουν ποτέ να υπάρχουν. Γιατί, όσο κι αν ταυτιζόμαστε με το δράμα, κάποια στιγμή χρειάζεται να εκτονωθεί όλο αυτό. Το βλέπω και τώρα με το «Γιατί, ρε πατέρα;». Μου στέλνουν μηνύματα και μου λένε: «Το χρειαζόμασταν. Το είχαμε ανάγκη. Θέλαμε να γελάσουμε λίγο». Το γέλιο είναι απελευθερωτικό, ειδικά όταν προκύπτει μέσα από ένα καλογραμμένο κείμενο και μια εύστοχη ατάκα, χωρίς να χρειάζεται να προσβάλεις κανέναν. Μπορείς να κάνεις κωμωδία χωρίς να προσβάλλεις.
Πάμε τώρα σε μια κωμωδία παλιά, αλλά πάντα επίκαιρη. Στο «Κατά φαντασίαν ασθενή», έργο με το οποίο περιοδεύετε αυτό το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα.
Είναι η κωμωδία του Μολιέρου, την οποία έχουν διασκευάσει και σκηνοθετήσει ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου. Ξεκινήσαμε στις 3 Ιουλίου από το Θέατρο Βράχων, στον Βύρωνα, και θα περιοδεύσουμε όλο το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα. Ξεκινήσαμε από την Αττική και στη συνέχεια πήγαμε στην Πάτρα, στο Αγρίνιο -την ιδιαίτερη πατρίδα μου, όπου έπαιξα για πρώτη φορά- και σε πολλά ακόμα μέρη σε όλη τη χώρα. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι!
– Τι καινούργιο φέρνει η ματιά των Ρέππα και Παπαθανασίου στον Μολιέρο;
Φέρνουν την ψυχαγωγία που ήθελε να προσφέρει και ο ίδιος ο Μολιέρος. Ηταν ένας λαϊκός συγγραφέας της εποχής του, που προσπαθούσε να περάσει στην κοινωνία πράγματα τα οποία τότε δεν μπορούσαν να διδαχθούν μέσα από τα πανεπιστήμια, αφού δεν υπήρχε η κοινωνική μόρφωση όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Εκείνη την εποχή, το θέατρο λειτουργούσε ως μέσο κοινωνικής παιδείας, αλλά μέσα από την ψυχαγωγία. Αυτό το έχουν εντοπίσει ο Μιχάλης και ο Θανάσης και το έχουν αναδείξει. Βέβαια, με αρωγό και μπροστάρη τον πρωταγωνιστή μας, τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά την κωμωδία. Είναι πραγματικός μαέστρος στο είδος. Ολο αυτό παρασύρει κι εμάς. Περάσαμε υπέροχα, και στις πρόβες γελούσαμε συνεχώς μεταξύ μας με τις ατάκες μέχρι και την πρεμιέρα.
Το έργο πραγματεύεται τον φόβο της ασθένειας και την ανθρώπινη ανασφάλεια. Πιστεύετε ότι σήμερα, έπειτα από όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια παγκοσμίως, το κοινό ταυτίζεται ακόμα περισσότερο με αυτή τη θεματική;
Η αλήθεια είναι ότι πολλοί θα ταυτιστούν με την έννοια του Αργκάν, του χαρακτήρα που υποδύεται ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης. Ωστόσο, το «κατά φαντασίαν» δεν αφορά μόνο τη δική του πεποίθηση ότι είναι ασθενής. Αφορά και όσα του προβάλλει η κοινωνία γύρω του, όσα του μεταφέρουν οι άνθρωποι που τον περιβάλλουν. Αυτό πραγματεύεται και ο Μολιέρος. Είναι η φαντασία του ίδιου του ασθενή ή η φαντασία που του έχει δημιουργήσει ο περίγυρός του; Και γιατί συμβαίνει αυτό; Πώς αξιοποιούν οι άνθρωποι γύρω του όλη αυτή την κατάσταση προς όφελός τους; Παράλληλα, το έργο αναδεικνύει και το πόση αθωότητα μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος που απλώς νιώθει ότι δεν είναι καλά και πώς αυτή η αθωότητα μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Εσείς έχετε υπάρξει ποτέ αρρωστοφοβικός; Για παράδειγμα, την περίοδο της πανδημίας;
Καταρχάς, εγώ δεν αντιλήφθηκα ποτέ ότι πέρασα Covid. Μπορεί να πέρασα και να μην το κατάλαβα. Η μόνη φοβία που μου δημιουργήθηκε -και την έχω ακόμη- είναι το πόσο θα αρρωστήσει η κοινωνία μας από όλο αυτό και τι συνέπειες θα έχει μακροπρόθεσμα. Βλέπεις ότι έχουν δημιουργηθεί πολλές φοβίες στον κόσμο, πέρα από την ίδια την ασθένεια. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στη μοναξιά που βιώσαμε την περίοδο της πανδημίας και στο αίσθημα ότι ο καθένας ήταν μόνος απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Ισως όλο αυτό να δημιούργησε μια γενικότερη κοινωνική πάθηση, την οποία ακόμη προσπαθούμε να κατανοήσουμε. Οι αρχαίοι έλεγαν «νους υγιής εν σώματι υγιεί», και δεν το έλεγαν τυχαία. Νομίζω ότι αυτό πραγματεύεται και ο ίδιος ο Μολιέρος. Μπορεί το σώμα να είναι υγιές, αλλά το μυαλό είναι; Αλλωστε λέμε «κατά φαντασίαν ασθενής». Τη φαντασία ποιος τη δημιουργεί; Το μυαλό μας. Αρα, στην ουσία, το έργο θέτει το ερώτημα αν είναι πραγματικά ασθενές το σώμα ή η ψυχή μας.
Υπήρξε ποτέ στιγμή που σκεφτήκατε να τα παρατήσετε ή που μετανιώσατε επειδή ακολουθήσατε αυτόν τον δρόμο;
Δεν έχω μετανιώσει ποτέ για κάτι που έχω κάνει και ελπίζω να μη μου συμβεί ποτέ. Εχω περάσει όμορφα σε όλες τις συνεργασίες μου. Εχω αντιμετωπίσει και δυσκολίες, βέβαια, όπως όλοι μας, αλλά στο μυαλό μου υπήρχαν πάντα δύο λέξεις: επιμονή και υπομονή. Αν θέλεις να κυνηγήσεις το όνειρό σου, πρέπει να είσαι υπομονετικός και επίμονος. Παράλληλα, χρειάζεται να υπάρχει αυθεντικότητα και ειλικρίνεια, γιατί από ένα σημείο και μετά η μάσκα διαβρώνεται, το ψεύτικο φεύγει. Ο κόσμος το αντιλαμβάνεται, το καταλαβαίνει.
Info: «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» του Μολιέρου. Περιοδεία: μέχρι 3/9/2026. Διασκευή – σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαθανασίου – Μιχάλης Ρέππας. Πρωταγωνιστούν: Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Σοφία Βογιατζάκη, Παρθένα Χοροζίδου, Πάνος Σταθακόπουλος, Ιωάννης Απέργης, Θάνος Μπίρκος, Αντιγόνη Νάκα.
