Την ομόφωνη καταδίκη και των τεσσάρων κατηγορουμένων για το τραγικό δυστύχημα που σημειώθηκε τον Αύγουστο του 2024 σε λούνα παρκ της Χαλκιδικής, κοστίζοντας τη ζωή σε έναν 19χρονο και προκαλώντας τον τραυματισμό του αδελφού του, αποφάσισε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Γιαννιτσών. Δικαστές και ένορκοι έκριναν ένοχα όλα τα πρόσωπα που κάθονταν στο εδώλιο, υιοθετώντας πλήρως την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας για τη νομική μεταχείριση των εμπλεκομένων.
Συγκεκριμένα, ο 60χρονος ιδιοκτήτης της επιχείρησης, ο οποίος είναι και ο μόνος που παραμένει προφυλακισμένος για την υπόθεση, κρίθηκε ένοχος για το βαρύτατο αδίκημα της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο σε τετελεσμένη μορφή αλλά και σε απόπειρα, κατηγορία που επισύρει ακόμα και την ποινή της ισόβιας κάθειρξης σε περίπτωση που δεν του αναγνωριστούν ελαφρυντικά. Η σύζυγός του, η οποία είχε τον ρόλο της συνδιαχειρίστριας της επιχείρησης, καθώς και ο μηχανολόγος-μηχανικός που είχε εκδώσει τα πιστοποιητικά ελέγχου λειτουργίας του μοιραίου μηχανήματος, κρίθηκαν ένοχοι για απλή συνέργεια στις παραπάνω πράξεις. Όσον αφορά τον 21χρονο χειριστή του παιχνιδιού, το δικαστήριο τον καταδίκασε για τα αδικήματα της θανατηφόρας έκθεσης, της απλής έκθεσης σε κίνδυνο και της πρόκλησης απλής σωματικής βλάβης.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ΕΡΤ και του δημοσιογράφου Κώστα Καντούρη, η εισαγγελική λειτουργός κατά την αγόρευσή της είχε εξαπολύσει δριμύ κατηγορώ, περιγράφοντας με μελανά χρώματα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργούσε το παιχνίδι «Crazy Dance». Όπως τονίστηκε στο σκεπτικό της πρότασης, το μηχάνημα βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης και εκτεταμένης διάβρωσης λόγω πολυετούς φθοράς, γεγονός που το καθιστούσε συνολικά επικίνδυνο και ουσιαστικά ακατάλληλο για χρήση, ενώ η θραύση του ήταν απλώς ζήτημα χρόνου, ανεξάρτητα από το βάρος των επιβατών ή την ταχύτητα που θα αναπτυσσόταν.
Η εισαγγελέας έκανε λόγο για μια ιδιοκατασκευή που στερούνταν προτύπων και προδιαγραφών ασφαλείας, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι ο ιδιοκτήτης λειτουργούσε «ουσιαστικά ένα σκουπίδι» χωρίς να έχει μεριμνήσει για καμία εργασία συντήρησης ή για τη σωστή εδραίωση του μηχανήματος. Παράλληλα, του καταλογίστηκε ότι προσέλαβε έναν εντελώς άπειρο και νεαρό χειριστή χωρίς να τον εκπαιδεύσει, ενώ δεν φρόντισε ούτε να τοποθετήσει κάποιον «κόφτη» που θα εμπόδιζε την ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας. Μετά την ετυμηγορία επί της ενοχής, η δικαστική διαδικασία συνεχίζεται με τα αγορεύσεις των συνηγόρων για τη χορήγηση ελαφρυντικών, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην τελική ανακοίνωση των ποινών για τους τέσσερις καταδικασθέντες.
