Το ζήτημα του υπολογισμού των τόκων για τα δάνεια που έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη οδηγείται εκ νέου στον Άρειο Πάγο, με τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) να προαναγγέλλουν την κατάθεση αίτησης ερμηνείας τις επόμενες ημέρες. Ο σκοπός της κίνησης είναι να ξεκαθαρίσει νομικά ο τρόπος που τοκίζονται οι συγκεκριμένες συμβάσεις, καθώς η πλειονότητα αυτών των χαρτοφυλακίων υπάγεται στο πρόγραμμα τιτλοποιήσεων «Ηρακλής» και συνοδεύεται από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Η Ένωση των ΕΔΑΔΠ επικαλείται τη θεσμική υποχρέωση ακριβούς προσδιορισμού των οφειλών, αναφέροντας σε σχετική ανακοίνωση πως η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος και των φορολογουμένων αποτελεί βασική παράμετρο των συμβάσεων που έχουν υπογραφεί. Στο μεσοδιάστημα, και μέχρι να υπάρξει οριστική δικαστική κρίση, οι εταιρείες καλούν τους οφειλέτες να καταβάλλουν κάθε μήνα αποκλειστικά το ποσό που αντιστοιχεί στο αρχικό κεφάλαιο της ρύθμισης.
Η νομική διαφωνία για τις μηνιαίες καταβολές
Το επίκεντρο της αντιπαράθεσης εντοπίζεται στον μηχανισμό με τον οποίο τοκίζεται η εκάστοτε δόση. Η νομική εκπροσώπηση των δανειοληπτών υποστηρίζει ότι η απόφαση του δικαστηρίου ορίζει πως ο τόκος εφαρμόζεται μόνο πάνω στο ποσό της μηνιαίας δόσης και όχι στο σύνολο του ανεξόφλητου υπολοίπου. Σε πρακτικό επίπεδο, η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε δραστική μείωση της τελικής επιβάρυνσης. Σε μια σύμβαση 100.000 ευρώ για 20 χρόνια με επιτόκιο 3%, η δόση θα διαμορφωνόταν στα 429 ευρώ αντί για 560 ευρώ.
Στον αντίποδα, οι νομικοί του χρηματοπιστωτικού κλάδου διαφωνούν με την ερμηνεία ότι ο τόκος της πρώτης δόσης παραμένει ταυτόσημος με της τελευταίας. Επικαλούμενοι τη σελίδα 44 της απόφασης του Αρείου Πάγου, σημειώνουν πως το συνολικό χρέος διασπάται σε επιμέρους κεφάλαια. Βάσει αυτής της λογικής, κάθε δόση τοκίζεται αυτοτελώς για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έναρξη της ρύθμισης μέχρι την ημερομηνία που καθίσταται απαιτητή η καταβολή της.
Η παράμετρος του Εξωδικαστικού Μηχανισμού
Η τελική ερμηνεία του ανώτατου δικαστηρίου αφορά άμεσα τον ευρύτερο σχεδιασμό των πιστωτών. Αν επικρατήσει ο τρόπος υπολογισμού που προκρίνουν οι δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη, το κόστος για τις κρατικές εγγυήσεις υπολογίζεται μεταξύ 600 και 700 εκατ. ευρώ, μέγεθος που σε αυτή τη φάση θεωρείται διαχειρίσιμο.
Η παράμετρος ωστόσο που παρακολουθείται στενά από τον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι το ενδεχόμενο η απόφαση να δημιουργήσει νομικό προηγούμενο και για τα δάνεια που βρίσκονται σε καθεστώς ρύθμισης μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού, μεταβάλλοντας τα δεδομένα για τις συμβάσεις των οφειλετών και επηρεάζοντας το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα.
