Από τον Κώστα Γιαννούλα
Είναι γεγονός ότι η απόκτηση μόνιμης και ιδιόκτητης μονοκατοικίας ή διαμερίσματος σε πολυκατοικία αποτελεί μεγάλη αδυναμία και όνειρο ζωής για τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας, έστω κι αν η αγορά τους κοστίζει, ακριβά, στις μέρες μας. Γι’ αυτό κι, αν δεν είναι κανείς πλούσιος, όπως, συνήθως, συμβαίνει, κι αν δεν το κληρονομήσει απ’ τους γονείς του, κάνει τον νόμο τρόπο, προκειμένου να το αποκτήσει είτε κάνοντας μακροχρόνια οικονομία είτε παίρνοντας στεγαστικό δάνειο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Και επειδή γεννήθηκα σε χωριό και έζησα εκεί τα παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι ότι την ίδια λαχτάρα για καλύτερο σπίτι είχαν και οι μπαρουτοκαπνισμένοι, τότε, γονείς μας λόγω των πολέμων και των ερειπίων που άφησαν πίσω τους, με τη διαφορά ότι οι απαιτήσεις τους για ανέσεις και πολυτέλειες ήταν πενιχρές, τη στιγμή που τα χωριά δεν είχαν, ακόμη, ρεύμα και οικιακό νερό. Κουβαλώντας, λοιπόν, με τα ζώα τους πέτρες, χώμα και ξυλεία από παρακείμενες ρεματιές και δασικές περιοχές, τούβλα και κεραμίδια από πρωτόγονα κεραμοποιεία της περιοχής και εκμεταλλευόμενοι την αλληλοβοήθεια συγγενών, έκτιζαν λιθόκτιστα, εξωτερικά, δίπατα σπίτια και χωρισμένα, εσωτερικά, με πρόχειρα υλικά και με προορισμό ο πάνω όροφος να είναι για τους ανθρώπους και του ισογείου στάβλος για ζώα και πουλερικά. Κάποιες φορές, μάλιστα, για λόγους οικονομίας και ασφαλείας ορισμένοι εξωτερικοί τοίχοι ήταν μεσιακοί με σπίτια γειτόνων ή χωρίζονταν με στενά δρομάκια χωρίς ρυμοτομικό σχέδιο.
Κατά τη διάρκεια της επταετίας των συνταγματαρχών, κατόπιν, δόθηκαν δάνεια χαμηλού κόστους και κατασκευάστηκαν, τότε, πολλά μικρά και στρωτά σπίτια, κυρίως, στα χωριά, που σε συνδυασμό με την ηλεκτροδότηση και την υδροδότηση εξασφάλιζαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, αφού για το ζωικό βασίλειο κτίστηκαν στάβλοι, ξέχωρα. Αυτήν την περίοδο και, συγκεκριμένα, το 1969-1974 βρέθηκα ως φοιτητής στα Γιάννενα και βίωσα τις συνέπειες του στεγαστικού τους προβλήματος, αφού το 1965, που ιδρύθηκε, εκεί, το Πανεπιστήμιο, η πόλη δεν είχε τις υποδομές, που χρειάζονταν, προκειμένου να φιλοξενεί τόσους φοιτητές. Γι’ αυτό και τα ενοίκια ήταν πολύ ακριβά και έφθαναν από 800 ως 1.000 δραχμές το δωμάτιο τον μήνα, όταν η χρυσή λίρα κόστιζε 280-300 δραχμές. Ως εκ τούτου, η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών, όπως και η αφεντιά μου, νοικιάζαμε δωμάτιο και μέναμε δύο σ’ αυτό, για να μοιραζόμαστε το ενοίκιο.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, προέκυψε στη χώρα η αστυφιλία και άρχισαν, σιγά-σιγά, να αδειάζουν τα χωριά, οπότε ανακαλύφθηκε η πολυκατοικία με διαμερίσματα κλουβιά, που αποτελούσαν, όμως, μια φθηνή, κατά κάποιον τρόπο, λύση για την αντιμετώπιση του στεγαστικού, αλλά με πολλά λειτουργικά προβλήματα μεταξύ των διαβιούντων σ’ αυτά λόγω κοινοχρήστων εξόδων και όχι μόνο. Βρεθήκαμε σε λίγα χρόνια, τότε, πολλοί Έλληνες με δύο κατοικίες, εκ των οποίων η μία ήταν, συνήθως, διαμέρισμα στην πόλη και θεωρούνταν πρώτη και βασική, ενώ η δεύτερη στα χωριά παραθεριστική. Αυτήν την τελευταία άλλοι την κληρονόμησαν απ’ τους γονείς τους και άλλοι την κτίσαμε με τον ιδρώτα του προσώπου μας και το κουμάντο μας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη γενιά των παιδιών μας, που διανύουν, σήμερα, την 5η δεκαετία, περίπου, της ζωής τους με μια διαφορά. Κάποια απ’ αυτά έχουν, ήδη, αποκτήσει το σπίτι τους στην πόλη, αλλά όποιο απ’ αυτά κληρονομεί σπίτι στο χωριό, δεν το εκμεταλλεύεται, σχεδόν καθόλου, είτε γιατί βρίσκεται μακριά απ’ το αστικό κέντρο, που διαμένει, είτε γιατί δεν έχει, πλέον, λόγους να το συγκινεί το χωριό, είτε γιατί κληρονόμησε δύο παραθεριστικές κατοικίες σε διαφορετικές περιοχές. Έτσι, πολλές κατοικίες σε χωριά, αν δεν καταλήγουν σε χέρια μεταναστών, παραμένουν κλειστές, αναξιοποίητες και ακατοίκητες.
Πέραν τούτου τα σπίτια, για να μακροημερεύουν, χρειάζονται, συντήρηση και ανακαίνιση, που κοστίζουν και, γι’ αυτό, πολλοί την αναβάλλουν ή την αποφεύγουν, αφού μας προέκυψαν, ακόμη, δύσκολοι καιροί, όπως η περίοδος των μνημονίων, του κορονοϊού, κατόπιν, και των πολεμικών συγκρούσεων σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή, σήμερα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο πληθωρισμός, η ακρίβεια και η ανεργία, που επηρέασαν, αρνητικά, την οικοδομική δραστηριότητα και τις τιμές των ενοικίων. Γι’ αυτό και επιδεινώθηκε το στεγαστικό πρόβλημα της χώρας.
Επειδή, λοιπόν, η γενιά μου βίωσε, παιδιόθεν, το στεγαστικό πρόβλημα και την εξέλιξή του, εύχομαι και ελπίζω να αμβλυνθεί και, σύντομα, να λυθεί με παρεμβάσεις της Πολιτείας, αφού, πλέον, σπίτια υπάρχουν, αλλά δεν επαρκούν τα έσοδα για συντηρήσεις, ανακαινίσεις και, πολύ περισσότερο, για αγορές σπιτιών.
ΠΗΓΗ: eleftheria.gr
