Η 46χρονη που κατηγορείται για τη φονική εμπρηστική επίθεση στη Marfin τον Μάιο του 2010, επικοινώνησε αυτοβούλως με τις ελληνικές Αρχές μετά την ενημέρωσή της για τη σύλληψη των δύο 42χρονων συγκατηγορουμένων της.
Γνωστοποίησε την επιθυμία της να επιστρέψει από τη Μεγάλη Βρετανία στην Ελλάδα για να καταθέσει, υποστηρίζοντας την αθωότητά της, όπως ανέφερε η δικηγόρος της, Άννα Παπαρούσου στην ΕΡΤ.
Η 46χρονη επικοινώνησε με την αρμόδια υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, δηλώνοντας ότι δεν κρύβεται, δεν αναζητείται, είναι αθώα και επιθυμεί να επιστρέψει άμεσα στην Ελλάδα για να παρουσιαστεί στις Αρχές.
Η δικηγόρος της σημείωσε ότι η δικογραφία βασίζεται σε ανώνυμο e-mail, το οποίο λειτουργεί ως μαρτυρική κατάθεση χωρίς όμως να υπάρχει ταυτοποίηση ή παρουσία του αποστολέα στο δικαστήριο. Τόνισε τα νομικά προβλήματα που προκύπτουν, καθώς σύμφωνα με την ποινική δικονομία, κάθε μάρτυρας πρέπει να δηλώνει την πηγή των καταθέσεών του και να είναι παρών στη διαδικασία.
Σε ερώτηση για παρόμοια παραδείγματα από τη δικαστική πρακτική, η κυρία Παπαρούσου ανέφερε ότι έχουν υπάρξει υποθέσεις που ξεκίνησαν από ανώνυμες πληροφορίες, τηλεφωνήματα ή επιστολές, αλλά πάντα με ισχυρό αποδεικτικό υλικό που πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις. Επισήμανε ότι οι περισσότερες τέτοιες υποθέσεις που έφτασαν στο ακροατήριο κατέληξαν σε απαλλακτικές αποφάσεις.
Αναφορικά με τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την ταυτοποίηση των κατηγορουμένων, η δικηγόρος τόνισε ότι δεν έχει ολοκληρώσει ακόμα τη μελέτη της δικογραφίας και δεν μπορεί να τοποθετηθεί με ακρίβεια.
Παράλληλα, εξέφρασε επιφυλάξεις για τη χρήση σύγχρονων μεθόδων επεξεργασίας εικόνας και ταυτοποίησης, αναφέροντας ότι η υπεράσπιση θα ζητήσει επιστημονική υποστήριξη για να εξετάσει όλα τα στοιχεία διεξοδικά.
Σημείωσε ότι αυτές οι μέθοδοι δεν θεωρούνται ακόμη πλήρως ώριμες και αδιαμφισβήτητες, και ότι θα πρέπει να εξεταστεί αν η ταυτοποίηση έγινε με αντικειμενικά κριτήρια. Πιστεύει ότι κατά την εξέταση του αποδεικτικού υλικού θα αναδειχθούν κενά, τα οποία θα παρουσιαστούν στην ανακρίτρια.
