Το ημερολόγιο έδειχνε 15 Ιουλίου 1974, όταν η στρατιωτική χούντα των Αθηνών, παρεμβαίνοντας στην πολιτική ζωή της Μεγαλονήσου, διενήργησε πραξικόπημα για την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η ενέργεια αυτή αποτέλεσε το πρόσχημα που αναζητούσε η Αγκυρα για να θέσει σε εφαρμογή τα προμελετημένα διχοτομικά της σχέδια.
Πέντε ημέρες αργότερα, στις 20 Ιουλίου, τα τουρκικά αποβατικά σκάφη προσέγγιζαν τις ακτές της Κερύνειας. Η Τουρκία εισέβαλε στρατιωτικά στην Κύπρο, καταστρατηγώντας κάθε έννοια διεθνούς νομιμότητας και καταπατώντας βάναυσα τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καταλαμβάνοντας τελικά το 36% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ανθρωπιστική κρίση
Η βίαιη εισβολή πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική κρίση. Συνολικά 162.000 Ελληνοκύπριοι μετατράπηκαν σε πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, στερούμενοι το αναφαίρετο δικαίωμα της επιστροφής, ενώ η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων εξαναγκάστηκε σε μετακίνηση στον Βορρά.
Παράλληλα, 20.000 εγκλωβισμένοι στην Καρπασία υπέστησαν μια μεθοδική εθνική εκκαθάριση μέσω συνεχών παρενοχλήσεων και στερήσεων, με αποτέλεσμα σήμερα να απομένουν μόλις 300 ψυχές. Στα Κατεχόμενα η Αγκυρα επέβαλε συστηματική πολιτική μαζικού εποικισμού με τη μεταφορά άνω των 160.000 Τούρκων, αλλοιώνοντας πλήρως τη δημογραφική ισορροπία και καταστρέφοντας την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.
Η αποσχιστική αυθαιρεσία κορυφώθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1983 με τη μονομερή ανακήρυξη του ψευδοκράτους, πράξη που καταδικάστηκε άμεσα από τα ψηφίσματα 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Την ίδια ώρα, αιμορραγούσα πληγή παραμένει το ζήτημα των εκατοντάδων αγνοουμένων, στρατιωτών και αμάχων, που εθεάθησαν για τελευταία φορά στα χέρια των κατοχικών δυνάμεων.
Σήμερα, 52 χρόνια μετά, η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Συνιστά, ωστόσο, ιστορικό οξύμωρο και διεθνές όνειδος το γεγονός ότι, στον πυρήνα της ενωμένης Ευρώπης, ένα κυρίαρχο κράτος-μέλος παραμένει υπό παράνομη στρατιωτική κατοχή.