Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς αναγνώρισε ότι η απουσία ρωσικού φυσικού αερίου εξακολουθεί να τροφοδοτεί την ενεργειακή κρίση στη Γερμανία. Απαντώντας στις επικρίσεις σχετικά με τις προεκλογικές του υποσχέσεις, απέδωσε τις δυσκολίες της κυβέρνησής του σε ένα επιδεινούμενο διεθνές περιβάλλον, αναφέροντας ιδιαίτερα το τέλος των ρωσικών ενεργειακών προμηθειών.
- Από τη Μαρία Δεναξά
Σε συνέντευξή του που μεταδόθηκε την Κυριακή από το γερμανικό δίκτυο ZDF, ο Μερτς ισχυρίστηκε ότι οι αρχικές του εκτιμήσεις βασίζονταν σε «εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις», οι οποίες μεταβλήθηκαν σημαντικά εξαιτίας των διεθνών εξελίξεων.
Ο καγκελάριος αναφέρθηκε στον συνεχή πόλεμο στην Ουκρανία, στις δύσκολες σχέσεις με την Ουάσινγκτον, στις εντάσεις με την Κίνα και τη μείωση της αμερικανικής υποστήριξης στο ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην «επίμονη ενεργειακή κρίση λόγω της απουσίας ρωσικού αερίου», αναγνωρίζοντας τον αντίκτυπο που είχε η αλλαγή του ενεργειακού μοντέλου της χώρας.
Για δεκαετίες το ρωσικό φυσικό αέριο αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της γερμανικής βιομηχανικής ανάπτυξης, προσφέροντας σταθερές προμήθειες και ανταγωνιστικό κόστος. Μετά τη διακοπή των άμεσων ροών από τη Ρωσία, η Γερμανία στράφηκε σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, όπως το υγροποιημένο φυσικό αέριο, όμως το κόστος και οι συνθήκες της αγοράς παραμένουν επιβαρυντικά στοιχεία για πολλές γερμανικές, αλλά και ευρωπαϊκές βιομηχανίες.
Δημοσιονομικές επιλογές
Ο καγκελάριος εξήγησε ότι αυτές οι ανατροπές ανάγκασαν την κυβέρνησή του να αναθεωρήσει τις δημοσιονομικές της επιλογές ακόμα και πριν από την πλήρη έναρξη της κοινοβουλευτικής περιόδου. Δήλωσε ότι αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεών του και ότι οι επενδύσεις που προωθούνται έχουν στόχο την ενίσχυση της ανάπτυξης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Παράλληλα, αναγνώρισε την ύπαρξη αυξανόμενης πολιτικής δυσαρέσκειας στο εσωτερικό της Γερμανίας, κάνοντας λόγο για «κρίση εμπιστοσύνης προς τη δημοκρατία συνολικά».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κυβέρνηση καλείται να παρουσιάσει πιο απτά αποτελέσματα στους πολίτες, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική στασιμότητα και το αυξημένο ενεργειακό κόστος παραμένουν οι σημαντικότερες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει ως καγκελάριος. Η Γερμανία αντιμετωπίζει τις συνέπειες της ενεργειακής αναδιάρθρωσης από το τέλος του 2022, όταν περιορίστηκαν δραστικά οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου. Η μετάβαση σε νέες πηγές ενέργειας επέφερε αύξηση του κόστους, που επηρέασε ιδιαίτερα ενεργοβόρους κλάδους, όπως η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία και η παραγωγή υλικών.
Παρά τις οικονομικές πιέσεις, η Ευρωπαϊκή Ενωση συνεχίζει τη στρατηγική μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές προβλέπουν περαιτέρω περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου, με στόχο τη σταδιακή πλήρη απεξάρτηση. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει δηλώσει ότι η επιστροφή στις προηγούμενες ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα δεν αποτελεί επιλογή της Ε.Ε., ακόμα και σε περίπτωση ενεργειακής έλλειψης ή κινδύνου διακοπών.
Η δημόσια αναφορά του Γερμανού καγκελαρίου στις συνέπειες της απώλειας του ρωσικού αερίου αναδεικνύει το σύνθετο δίλημμα που αντιμετωπίζει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης: από τη μία πλευρά η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας και γεωπολιτικής ανεξαρτησίας κι από την άλλη η διατήρηση της βιομηχανικής της ανταγωνιστικότητας.
