Την ανάγκη να εφαρμοστούν «απαρέγκλιτα» οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) σχετικά με την αδειοδότηση των μη κρατικών πανεπιστημίων, υπογραμμίζει η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων. Ο νομικός κόσμος διεκδικεί ξεκάθαρους κανόνες, βάζοντας στο επίκεντρο τον συνολικό αριθμό των φοιτητών που θα περνούν το κατώφλι των νέων ιδρυμάτων.
Οι εκπρόσωποι των δικηγόρων θέτουν ως βασικό αίτημα τον καθορισμό ενός ανώτατου ορίου εισακτέων για το σύνολο των μη κρατικών Νομικών Σχολών. Παράλληλα, τονίζουν πως απαιτείται ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός που θα εγγυάται το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Η προσοχή τους στρέφεται στις πρακτικές προϋποθέσεις λειτουργίας, ζητώντας σύγχρονες υλικοτεχνικές υποδομές, άρτια εξοπλισμένους χώρους, ανανεωμένα προγράμματα σπουδών και διδακτικό προσωπικό αυξημένου κύρους. Όπως εξηγούν, το επίπεδο των νομικών σπουδών είναι απολύτως συνυφασμένο με την ασφάλεια δικαίου και την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Το νομικό πλαίσιο και το μπλόκο του Ανώτατου Δικαστηρίου
Η τοποθέτηση της Ολομέλειας έρχεται στον απόηχο ενός κύκλου αποφάσεων του ΣτΕ (1167 έως 1172/2026), οι οποίες ακύρωσαν συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις για πιστοποιήσεις προγραμμάτων και άδειες παραρτημάτων ΝΠΠΕ. Το δικαστήριο είχε εντοπίσει σοβαρά κενά στους ελέγχους των κτηριακών εγκαταστάσεων, παραλείψεις στα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια πιστοποίησης, καθώς και ζητήματα αμεροληψίας κατά τις διαδικασίες αξιολόγησης.
Υπενθυμίζεται, ωστόσο, πως το γενικό θεσμικό πλαίσιο για τα ΝΠΠΕ είχε ήδη κριθεί συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο μέσα από προγενέστερη απόφαση (284/2026), γεγονός που σημαίνει ότι η λειτουργία των ιδρυμάτων δεν κρίθηκε συλλήβδην παράνομη. Μετά την ανάδειξη των παραπάνω προβλημάτων, το υπουργείο Παιδείας προχώρησε στις 28 Αυγούστου στην εκ νέου χορήγηση αδειών σε δύο μη κρατικά πανεπιστήμια, επαναλαμβάνοντας από την αρχή τη διοικητική διαδικασία.
