«ΟΤΑΝ πέθανε ο πατέρας μου, νόμιζα ότι μου άφησε ένα σπίτι. Τελικά μου άφησε ένα πρόβλημα». Στην οδό Μακεδονίας είχε ο παππούς το εμπορικό, ο Μιχάλης Αναχούτογλου. Από τότε ήταν ο βασικός εμπορικός δρόμος της πόλης. Μετέπειτα άλλαξε και έγινε οδός Βενιζέλου, χωρίς να χάσει τίποτα, όμως, από την εμπορικότητά της και την κίνησή της. Το μαγαζί το κληρονόμησε ο πατέρας μου, μοναχοπαίδι γαρ και -όπως θα λέγαμε σήμερα- το αναβάθμισε. Λευκά είδη πουλούσε ο παππούς, λευκά είδη συν ρούχα και ό,τι μπορείς να φανταστείς ότι χρειάζεται ένα σπίτι πουλούσε ο πατέρας μου. Όλη η Λάρισα έμπαινε στο μαγαζί. Ουρές έκαναν οι γυναίκες, για να αγοράσουν από το μαγαζί μας ό,τι χρειάζονταν. Και μετά στο σπίτι τους όταν έπιναν το καφεδάκι τους με τις γειτόνισσες είχαν να το λένε: ααα, κοιτάξτε γυναίκες, αυτά τα πήρα από του Αναχούτογλου. Και επειδή η καλύτερη διαφήμιση είναι αυτή που γίνεται από στόμα σε στόμα το μαγαζί έγινε κανονικό… νομισματοκοπείο. Αγόρασε κι ο πατέρας μου ένα οικόπεδο στον Παράσχου Μαχαλά, κοντά στον Άγιο Νικόλαο, και έχτισε σπίτι. Πού τι σπίτι δηλαδή; Ολόκληρο αρχοντικό έφτιαξε. Με περίτεχνη μαρμάρινη σκάλα, σκαλιστά φουρούσια, καμπυλόγραμμα μπαλκόνια, επιβλητική πρόσοψη και αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες που μαρτυρούσαν όχι μόνο την οικονομική επιφάνεια, αλλά και την αισθητική φιλοδοξία και την αστική καταγωγή του ιδιοκτήτη, άσχετο αν ο παππούς του ήρθε ρακένδυτος από τη Μικρασία. Εκεί γεννήθηκα εγώ, ο Μιχάλης Αναχούτοχλου ο δεύτερος. Αδέρφια δεν είχα, φαίνεται ήταν οικογενειακή φιλοσοφία το ένα παιδί, ίσως για να μη μικρύνει η περιουσία. Ή για να μη μαλώσουν τα αδέρφια γι’ αυτήν.
- Θανάσης Αραμπατζής
ΚΑΛΟΣ μαθητής ήμουν. Ο πατέρας μου μού παρείχε πλουσιοπάροχα ό,τι χρειαζόμουν για να ξυπνήσει ο νους μου και να είμαι έτοιμος όταν χρειαστεί να αναλάβω το μαγαζί. Εκεί μέσα σ’ αυτό το σπίτι έρχονταν οι φροντιστές για να με προγυμνάσουν, στο βλέμμα των οποίων κάθε φορά καθρεφτιζόταν ο θαυμασμός για το οίκημα και συνεπακόλουθα και αυθόρμητα ο θαυμασμός για την ίδια την οικογένεια. Λίγο πολύ το μέλλον μου ήταν προδιαγεγραμμένο: να τελειώσω το Λύκειο, να μπω στη Σχολή Διοίκηση Επιχειρήσεων και έπειτα να αναλάβω το μαγαζί.
Έτσι κι έγινε.
Εγώ, πάλι, δεν είχα κανέναν λόγο να διαφωνήσω. Τι λόγο να είχα; Είχα μεγαλώσει μέσα στην άνεση, είχα ένα σπίτι που περισσότερο έμοιαζε με αρχοντικό παρά με σπίτι, ένα όνομα που το γνώριζε όλη η Λάρισα και, το κυριότερο, ένα μαγαζί που έμπαινε και έβγαινε κόσμος από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Όταν τελείωσα τη σχολή, γύρισα στη Λάρισα και μπήκα στο μαγαζί. Για τον πατέρα μου ήταν η φυσιολογική συνέχεια. Για μένα σαν να έμπαινα σε έναν κόσμο που ήδη με περίμενε. Με ήξεραν όλοι. Οι παλιές πελάτισσες με κοιτούσαν και έλεγαν «ο μικρός ο Μιχαλάκης είναι; Κοίταξε να δεις πόσο μεγάλωσε». Κάποιες με θυμούνταν ακόμη από παιδί. Οι υπάλληλοι με ήξεραν από τότε που ήμουν μαθητής και περνούσα από το μαγαζί μετά το σχολείο. Κι ο πατέρας μου στεκόταν λίγο πιο πίσω και παρακολουθούσε. Δε χρειαζόταν να πει πολλά. Στο βλέμμα του έβλεπα ότι το σχέδιο είχε πετύχει. Μόνο που τα σχέδια, όσο καλά κι αν τα κάνεις, έχουν ένα κακό συνήθειο: δε σε ρωτούν αν θέλεις να αλλάξουν.
***
ΣΤΗΝ αρχή δεν το κατάλαβα. Ούτε ο πατέρας μου το κατάλαβε. Το μαγαζί εξακολουθούσε να έχει κίνηση, οι παλιές πελάτισσες εξακολουθούσαν να έρχονται, το όνομα εξακολουθούσε να ανοίγει πόρτες. Εγώ, μάλιστα, αισθανόμουν ότι είχα κληρονομήσει μια βεβαιότητα κι όχι απλά μια επιχείρηση. Και με βάση αυτήν τη βεβαιότητα άρχισα να κάνω ανοίγματα, αγόρασα το διπλανό μαγαζί και ανακαίνισα εκ βάθρων παλιά και νέα ιδιοκτησία. Το αποτέλεσμα δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τα πιο καλόγουστα και εκλεπτυσμένα μαγαζιά της Ευρώπης. Μοντέρνα ράφια, ολόσωμοι καθρέφτες που κολάκευαν τους πελάτες, προσεγμένος φωτισμός που έπεφτε πάνω στα εμπορεύματα σαν να τα είχε διαλέξει ο ίδιος ο προβολέας και κάθε λεπτομέρεια στη θέση της. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Από τον τρόπο που ήταν τακτοποιημένα τα εμπορεύματα μέχρι το χρώμα στους τοίχους, όλα έδιναν την αίσθηση ενός καταστήματος που ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να είναι. Παρ’ όλα αυτά, παρά τις αλλαγές και τους νεωτερισμούς ο κόσμος έδειχνε να μην ανταποκρίνεται όπως το περίμενα και το είχα σχεδιάσει. Η εμπορική καρδιά χτυπούσε πια σε άλλο σημείο της πόλης, εκεί που δέσποζαν τα καταστήματα από μεγάλες αλυσίδες του εξωτερικού. Εμπορεύονταν σχεδόν ό,τι και το μαγαζί, με τη μεγάλη διαφορά ότι ήταν πολύ πιο φθηνά. Τι σημασία είχε η διαφορά στην ποιότητα; Ποιος την κοιτάει, όταν βλέπει μια τιμή δύο και τρεις φορές κάτω;
***
ΟΛΕΣ οι αυτοκρατορίες έχουν ακμή και παρακμή, έτσι δε λένε; Η δική μου αυτοκρατορία έπεσε με πάταγο. Το εμπορικόν «Αναχούτογλου» έκλεισε. «Τέλος εποχής», έγραψε η «Ελευθερία» στο πρωτοσέλιδό της. Τέλος εποχής για το μαγαζί και αρχή για το δικό μου μαρτύριο. Πολλά τα δάνεια που είχα πάρει για να αγοράσω τη διπλανή ιδιοκτησία και για την ανακαίνιση. Ό,τι είχα στην άκρη το έδωσα. Ενοικιαστής δε βρίσκονταν να το νοικιάσει κι οι δόσεις των δανείων έτρεχαν κάθε μήνα κι άρχισαν να διπλώνουν. Λύση δεν υπήρχε. Εκτός από μία. Θα πουλούσα το σπίτι. Μόνο που το σπίτι δεν ήταν ένα οποιοδήποτε σπίτι. Ήταν διατηρητέο. Κι αυτό, που κάποτε το θεωρούσα τιμή και καμάρι, τώρα έμοιαζε με μπάλα βαρυποινίτη δεμένη στο πόδι μου. Δεν μπορούσα να το γκρεμίσω, να το αλλάξω όπως ήθελα, να το μετατρέψω σε κάτι που θα ήταν πιο εύκολο να πουληθεί. Έπρεπε να μείνει όπως ήταν. Με την ιστορία του, την πρόσοψή του, τα ψηλά ταβάνια του, τα μπαλκόνια του και όλα εκείνα που κάποτε με έκαναν περήφανο και τώρα δυσκόλευαν τη ζωή μου.
Έβαλα αγγελία. Περίμενα. Πέρασαν μήνες. Τηλέφωνα λίγα, ενδιαφέρον ακόμα λιγότερο. Όποιος ερχόταν, το κοιτούσε, το θαύμαζε, μάθαινε, όμως, ότι ούτε αλλαγές θα μπορούσε να κάνει ούτε να το κατεδαφίσει για να κάνει αυτές τις «μοντέρνες» πολυκατοικίες. «Πολύ όμορφο», μου έλεγαν, κι έφευγαν. Το «πολύ όμορφο», όμως, δεν πλήρωνε ούτε τις δόσεις στην τράπεζα ούτε τον ΕΝΦΙΑ. Το κράτος από τη μια μου έλεγε μην το πειράζεις, από την άλλη όμως δε μου έδινε την παραμικρή βοήθεια.
Τελικά βρέθηκε αγοραστής. Δεν πήρα όσα θα ήθελα, ούτε όσα πίστευα κάποτε πως άξιζε. Τουλάχιστον έκλεισα τις τρύπες. Πλήρωσα τα δάνεια, ξεχρέωσα ό,τι μπορούσα και κράτησα μόνο ό,τι είχε απομείνει από εκείνη την παλιά ζωή.
Σήμερα μένω σε ένα δυαράκι σε μία από αυτές τις ίδιες «μοντέρνες» πολυκατοικίες. Το μαγαζί έγινε κατάστημα γρήγορου φαγητού και το σπίτι έγινε «ατμοσφαιρικό ξενοδοχείο», όπως περιγράφεται στη σχετική ιστοσελίδα του. Η αλήθεια είναι ότι συχνά πυκνά μπαίνω στο ίντερνετ και το κοιτάω. Αν και όλα μοιάζουν διαφορετικά, στα δικά μου μάτια είναι ίδιο μ’ εκείνο το παλιό αρχοντικό που μεγάλωσα. Αυτό που έκανα τα πάντα για να απαλλαγώ, αλλά στο τέλος κατάλαβα ότι από τις αναμνήσεις δεν μπορείς να απαλλαγείς. Ούτε τις κληροδοτείς ούτε τις πουλάς. Σ’ ακολουθούν.
Πηγή: eleftheria.gr
