Ως χρυσή ευκαιρία για να αποκτήσουν -και- στρατηγικό βάθος οι επεκτατικές του ονειρώξεις τόσο προς τη ΝΑ Μεσόγειο όσο όμως και προς ανατολάς, με τον ίδιο ταυτόχρονα να αναλαμβάνει ρόλο «αφεντικού», διαβάζει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τις εξελίξεις που απορρέουν από την πρόσφατη υπογραφή Συμφωνίας Κοινής Αμυνας στη Μέκκα. Την ίδια ώρα δεν κρύβει το απώτατο σχέδιό του, το οποίο, όπως ομολόγησε και ο ίδιος, που δεν είναι άλλο από τη μετεξέλιξη, τη διεύρυνση της «τριμερούς» σε ένα μεγαλύτερο σχήμα. Σε ένα πανίσχυρο στρατιωτικό μπλοκ που θα περιλαμβάνει όλες τις χώρες της περιοχής και θα αποτελεί ουσιαστικά μια ισλαμική εκδοχή του ΝΑΤΟ.
Ειδικότερα, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Asharq Al-Awsat» ο «σουλτάνος» υπογράμμισε πως η συμφωνία εξαρχής δεν σχεδιάστηκε ως ένα κλειστό «κλαμπ», ως μια υπόθεση τριών κρατών, αλλά παραμένει ανοιχτή σε όσες χώρες της περιοχής επιδιώκουν την ειρήνη και τη σταθερότητα – τουλάχιστον όπως ο ίδιος εννοεί την «ειρήνη» αλλά και τη «σταθερότητα» μέσα από το πρίσμα των διαρκών του προκλήσεων και της επεκτατικής ακόρεστης δίψας του. «Να φέρουμε μια μέρα όλες τις χώρες κάτω από αυτή την ομπρέλα» δήλωσε ο Ερντογάν, ενώ μιμούμενος την ρητορική Τραμπ πρόσθεσε πως και οι ίδιες οι συμμετέχουσες σε αυτόν τον συνασπισμό χώρες θα πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την αντιμετώπιση των κρίσεων. Το γεγονός πάντως πως αναφέρθηκε και στο ότι «δεν στοχεύουμε καμία χώρα με αυτή τη συμφωνία», καθώς όπως είπε «μοναδικός μας στόχος είναι η περιφερειακή ειρήνη, η σταθερότητα και η ευημερία των λαών μας», ουδείς μπορεί να το λάβει στα σοβαρά, καθώς η Τουρκία επιμένει να λειτουργεί ως μία μεταοθωμανική αναθεωρητική δύναμη στην ευρύτερη περιοχή, αδιαφορώντας για όσα προβλέπονται τόσο από τις διεθνείς Συνθήκες όσο και από το Διεθνές Δίκαιο.
Στο πλαίσιο της διεύρυνσης της «τριμερούς» πάντως η Αίγυπτος ήδη λογίζεται ως το πρώτο κομμάτι της. Τουλάχιστον αν κρίνει κανείς από τις πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν που είχε ήδη εκφράσει αυτή την επιθυμία το περασμένο Σάββατο, προβλέποντας χαρακτηριστικά ότι η Αίγυπτος θα ενταχθεί στις τρεις κυρίως σουνιτικές χώρες «στο επόμενο στάδιο». Εντούτοις, το Κάιρο, το οποίο ο Φιντάν έχει προγραμματίσει να επισκεφθεί σήμερα, Πέμπτη, απέφυγε, τουλάχιστον εν πρώτοις, να τοποθετηθεί επάνω στο ζήτημα. Αναλυτές εκτιμούσαν πως αυτό συνέβη καθώς οι επιφυλάξεις δεν είχαν μόνο αιγυπτιακά, αλλά και σαουδαραβικά χαρακτηριστικά. Μιλώντας στο Middle East Eye, σαουδαραβικές πηγές με γνώση των σχετικών συζητήσεων ανέφεραν πως το Ριάντ αντιτάχθηκε στην ένταξη της Αιγύπτου στην «τριμερή», παρά τις σχετικές προσπάθειες που κατέβαλε η Αγκυρα προς αυτή την κατεύθυνση. Το «όχι» όμως της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι οριστικό, καθώς πρώην υψηλόβαθμος σύμβουλος της σαουδαραβικής μοναρχίας ανέφερε ότι το Ριάντ δεν επιθυμούσε την ένταξη της Αιγύπτου στη συμφωνία, «τουλάχιστον προς το παρόν».
Οπως περιγραφόταν -πάντα από τις πηγές-, πίσω από τη σαουδαραβική άρνηση κρύβονται η αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι και η εκτίμηση ότι η Αίγυπτος δεν διαθέτει πλέον για το Ριάντ τη στρατηγική και στρατιωτική αξία που είχε στο παρελθόν. Αξίζει να σημειωθεί πως η Σαουδική Αραβία υπήρξε ο μεγαλύτερος οικονομικός υποστηρικτής της κυβέρνησης Σίσι αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο το 2013, διαθέτοντάς του αρχικά περίπου 25 δισ. δολάρια για τη στήριξη της αιγυπτιακής οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά στην πορεία οι Σαουδάραβες διαπίστωσαν πως οι Αιγύπτιοι δεν ανταπέδωσαν τη στήριξη, καθώς, σύμφωνα με την ανάγνωσή τους, καταγράφηκε έλλειψη αντίστοιχης στήριξης από το Κάιρο σε κρίσιμα ζητήματα ασφαλείας. Μάλιστα, πηγή χαρακτήρισε «ελάχιστο και αναξιόπιστο» τον ρόλο της Αιγύπτου στον πολυετή πόλεμο της Σαουδικής Αραβίας με τους Χούθι στην Υεμένη, ενώ δυσαρέσκεια φέρεται να υπάρχει στο Ριάντ και για τη στάση του Καΐρου κατά τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν.
