Από τον Σωκράτη Κολίτσα
Μια καλοκαιρινή ανάμνηση από τον Έλατο Γρεβενών, το 1966, ετών 11. Το καλοκαίρι του 1966 έχει μείνει χαραγμένο ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Ήταν τότε που ζούσαμε στον πεδινό Έλατο Γρεβενών, σε χρόνια δύσκολα, αλλά γεμάτα αγάπη, ανθρωπιά και συνεργασία.
Το προηγούμενο βράδυ, μόλις είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, ο γείτονας και συνονόματός μου, ο Σωκράτης, πέρασε από το σπίτι και μας είπε: «Αύριο, πριν ξημερώσει, θα πάμε όλοι στα «Λουβάδια» για να θερίσουμε το χωράφι σας». Εκείνη η είδηση με γέμισε χαρά. Για μένα δεν ήταν μια απλή μέρα δουλειάς. Ήταν μια γιορτή του μόχθου, όπου μικροί και μεγάλοι γίνονταν μια οικογένεια. Πριν ακόμη φανεί ο ήλιος πίσω από τα βουνά, στην αυλή είχαν συγκεντρωθεί δεκαπέντε άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, όλοι πρόθυμοι να βοηθήσουν. Δέκα άλογα και μουλάρια περίμεναν ήσυχα, σαν να γνώριζαν κι αυτά πως τα περίμενε μια δύσκολη μέρα. Ο πατέρας μου έλειπε ήδη δύο χρόνια στη Γερμανία, ξενιτεμένος, για να εξασφαλίσει ένα καλύτερο αύριο για την οικογένειά μας. Εμένα και τις αδελφές μου μας μεγάλωνε η γιαγιά μας. Εκείνη δεν μπορούσε να έρθει στο χωράφι. Έπρεπε να μείνει στο σπίτι, να ανάψει τη φωτιά και να μαγειρέψει για όλους όσοι θα δούλευαν από το χάραμα μέχρι το μεσημέρι.
Οι εργάτες είχαν μαζί τους μόνο τα απαραίτητα: λίγο ψωμί, λίγο τυρί στους τορβάδες τους και τις ξύλινες μπούκλες με δροσερό νερό για το κολατσιό.
Παρόλο που ήμουν ακόμη παιδί, ένιωθα πως είχα κι εγώ ευθύνη. Πετάχτηκα με ενθουσιασμό και είπα πως θα πάρω το γαϊδουράκι μας, θα μεταφέρω τα πράγματα στο χωράφι και θα βοηθήσω στο κουβάλημα των δεματιών μέχρι το μεγάλο αλώνι του χωριού. Η πρότασή μου έγινε δεκτή και η χαρά μου δεν περιγραφόταν.
Ξεκινήσαμε μέσα στο μισοσκόταδο. Ο δρόμος περνούσε ανάμεσα από δέντρα, στενά μονοπάτια, ανηφόρες και κατηφόρες. Η πρωινή δροσιά δρόσιζε τα πρόσωπά μας, ενώ τα πουλιά είχαν ήδη αρχίσει το τραγούδι τους. Φτάνοντας στα «Λουβάδια», αφήσαμε τα πράγματα κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Τα κρεμάσαμε στα κλαδιά για να μην τα πλησιάσουν τα ζώα, ενώ λίγο πιο πέρα κυλούσε ένα καθαρό ρυάκι. Εκεί δέσαμε τα άλογα και τα μουλάρια για να βοσκούν το καταπράσινο χορτάρι και να ξεδιψούν με το γάργαρο νερό.
Δε χάθηκε ούτε λεπτό. Οι γυναίκες και οι άνδρες έβγαλαν τα δρεπάνια τους και άρχισαν να θερίζουν. Ο ήχος του δρεπανιού που έκοβε τα ώριμα στάχυα ακουγόταν ρυθμικά, σαν μουσική της γης. Οι χρυσοκίτρινες θημωνιές μεγάλωναν ώρα με την ώρα, κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού.
Κάθε μεγάλο δεμάτι δένονταν προσεκτικά με τα μακριά στελέχη της βρίζας, ώστε αργότερα να μπορεί να το κόψει εύκολα ο τροφοδότης της πατόζας, όταν θα ερχόταν η ώρα του αλωνίσματος. Όταν μαζεύτηκαν αρκετά δεμάτια, ξεκίνησε η μεταφορά τους. Οι άνδρες φόρτωναν τα άλογα κι εγώ κρατούσα το καπίστρι. Πέντε δεμάτια από τη μία πλευρά, πέντε από την άλλη και δύο επάνω. Δώδεκα δεμάτια σε κάθε άλογο.
Το ένα ζώο ακολουθούσε δεμένο πίσω από το άλλο, σχηματίζοντας ένα μεγάλο καραβάνι.
Στο τέλος φόρτωσαν και το μικρό μας γαϊδουράκι. Τρία δεμάτια από τη μία πλευρά και τρία από την άλλη. Το καμάρωνα σαν να ήταν το πιο δυνατό άλογο του χωριού.
Δύο άνδρες κι εγώ οδηγούσαμε τα φορτωμένα ζώα μέχρι το μεγάλο αλώνι, έξω από το χωριό, όπου αφήναμε τα δεμάτια στοιβαγμένα. Κάναμε αυτήν τη διαδρομή πολλές φορές μέσα στη μέρα. Γύρω στις δέκα οι θεριστές σταμάτησαν για λίγο. Κάθισαν στη σκιά, έφαγαν λίγο ψωμί με τυρί και ήπιαν δροσερό νερό. Ήταν ένα λιτό κολατσιό, αλλά τότε έμοιαζε με γιορτή.
Μετά το δεύτερο δρομολόγιο, ο γείτονάς μας, ο πατέρας του φίλου μου, μου είπε χαμογελώντας: «Εσύ, μικρέ, έκανες αρκετά. Από δω και πέρα θα μας δίνεις νερό. Έτσι θα μας βοηθήσεις περισσότερο». Ένιωσα πως μου ανέθεταν μια σπουδαία αποστολή.
Γέμιζα τις μπούκλες από το ρυάκι και έτρεχα από τον έναν θεριστή στον άλλον. Τους έδινα νερό χωρίς να χρειάζεται να σταματούν τη δουλειά τους. Έβλεπα στα κουρασμένα τους πρόσωπα την ανακούφιση από μια γουλιά δροσερό νερό και αυτό μου έδινε δύναμη να συνεχίσω. Λίγο μετά το μεσημέρι, το τελευταίο στάχυ είχε πέσει. Το χωράφι είχε θεριστεί. Φόρτωσα στο γαϊδουράκι τους άδειους τορβάδες και τις μπούκλες και πήραμε όλοι μαζί τον δρόμο της επιστροφής. Δε θυμάμαι να ένιωσα ποτέ πιο περήφανος. Ήμουν ένα μικρό παιδί, όμως είχα συμμετάσχει κι εγώ στον θερισμό του χωραφιού μας.
Στο σπίτι μάς περίμενε η γιαγιά. Είχε ετοιμάσει φαγητό για όλους. Οι άνθρωποι κάθισαν στο τραπέζι, έφαγαν με όρεξη και την ευχαρίστησαν από καρδιάς.
«Καλή σοδειά να έχετε», μας ευχήθηκαν φεύγοντας.
Η γιαγιά είχε ζεστάνει νερό στο μεγάλο καζάνι της αυλής. Το μπάνιο εκείνο το απόγευμα ήταν η πιο γλυκιά ξεκούραση. Έφυγαν από πάνω μου ο ιδρώτας, η σκόνη και τα αγκάθια των σταχυών, όχι όμως και η χαρά της ημέρας.
Ο θερισμός είχε τελειώσει.Τώρα απέμενε να περιμένουμε την πατόζα, που θα ερχόταν να αλωνίσει τα δεμάτια στο μεγάλο αλώνι του χωριού και να ολοκληρώσει τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς.
Σήμερα, ύστερα από τόσες δεκαετίες, όταν κλείνω τα μάτια μου, δε βλέπω μόνο τα χρυσαφένια στάχυα. Βλέπω ανθρώπους ενωμένους, πρόσωπα ηλιοκαμένα, αλλά χαμογελαστά.