Στο Βυζάντιο υπήρξαν οι περίφημοι γασμούλοι, άνθρωποι μεικτής καταγωγής, ελληνικής και λατινικής, που συνδέθηκαν με τη λατινική κυριαρχία σε ελληνικές περιοχές και με την προσπάθεια προσαρμογής τους στα συμφέροντα της εξουσίας. Η προσπάθεια αυτή τους οδηγούσε συνήθως στο να παίρνουν θέσεις ενάντιες στον Ελληνισμό και στην Ορθοδοξία (το «Χρονικό του Μορέως», που γράφτηκε από έναν γασμούλο, αποτυπώνει μία τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση), προκειμένου να δείξουν πόσο υπάκουοι είναι στα αφεντικά τους. Ο όρος «γασμούλος» έμεινε στην ιστορική μνήμη ως σύμβολο μιας ταυτότητας που μπορούσε να γίνει αντικείμενο πολιτικού παζαριού. Χαρακτηριστικό της απαξιωτικής έννοιας του όρου είναι ότι στη λατινική γλώσσα μεταφράζεται ως «μουλάρι», εκφράζοντας την έννοια του «νόθου», όπως τους χαρακτήριζαν στον ελλαδικό χώρο.
Στην πατρίδα μας σήμερα οι πολιτικοί απόγονοι των γασμούλων ενσαρκώνουν μία νοοτροπία που εκφράζει μία διαρκή αγωνία τους, προκειμένου να αποδείξουν στους ισχυρούς της Γης ότι είναι «καλά παιδιά», που δεν ενοχλούν, δεν αντιστέκονται, δεν διεκδικούν. Αντιθέτως, προσαρμόζονται και, όταν χρειαστεί, είναι έτοιμοι να θυσιάσουν ακόμη κι εκείνα που υποτίθεται πως ορκίστηκαν να υπερασπιστούν. Η προδοσία της Κύπρου και της Μακεδονίας, η υποχωρητικότητα στο Αιγαίο, ο ενδοτισμός και η εθελοδουλία στα εθνικά μας θέματα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για πολιτικό ρεαλισμό και σύνεση, αλλά για τη μετατροπή της υποταγής σε πολιτική αρετή και της παραίτησης από τα εθνικά μας συμφέροντα σε δήθεν «υπεύθυνη στάση».
Οι σύγχρονοι γασμούλοι αισθάνονται πολύ καλύτερα όταν τους επαινούν οι ξένοι, παρά όταν τους εμπιστεύονται οι Ελληνες. Γι’ αυτό και σπεύδουν να εξηγήσουν σε Ευρωπαίους και Αμερικανούς πόσο «ώριμη» (αλλά και προβλέψιμη) είναι η Ελλάδα, ακόμη και σε περιπτώσεις που αποδέχεται τετελεσμένα που θα έπρεπε να αμφισβητεί!
Είναι οι ίδιοι που βαφτίζουν ως «εκσυγχρονισμό» την αποκοπή από την ιστορική μνήμη, «ευρωπαϊσμό» την άνευ όρων συμμόρφωση και «υπευθυνότητα» την υποχώρηση. Οι ίδιοι που αντιμετωπίζουν την εθνική κυριαρχία ως ενοχλητικό κατάλοιπο άλλων εποχών και την υπεράσπιση των εθνικών δικαίων ως επικίνδυνο αναχρονισμό. Ετσι, σύντομα οι σύμμαχοι μετατρέπονται σε αφεντικά και η ελληνική πολιτική ηγεσία σε πρόθυμο εκτελεστικό προσωπικό των βουλήσεών τους. Και αυτό είναι επιλογή! Επιλογή με κόστος, αφού κάθε υποχώρηση που παρουσιάζεται ως «μονόδρομος» εκπαιδεύει την επόμενη κυβέρνηση στο να υποχωρήσει λίγο περισσότερο, ενώ οι ξένοι μαθαίνουν ότι μπορούν στο μέλλον να απαιτήσουν περισσότερα.
Και αυτό είναι μία διαδικασία αργή, που συντελείται σταδιακά, καθώς οι ηγεσίες της χώρας εθίζονται στο να φοβούνται και να υπολογίζουν περισσότερο τη δυσαρέσκεια των ισχυρών παρά την απογοήτευση του λαού τους.
Οι βυζαντινοί γασμούλοι ανήκουν στην Ιστορία, αλλά δυστυχώς η νοοτροπία τους δεν έχει εξαφανιστεί. Περιφέρεται ακόμη στους διαδρόμους της εξουσίας, στα υπουργεία, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και είναι μεταμφιεσμένη σε «ρεαλισμό» και σε «σύνεση».
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την πατρίδα μας σήμερα δεν είναι να χτίσει συμμαχίες και φιλίες, αλλά να αποφύγει αυτές να μετατραπούν σε σχέση αφεντικού και υπηρέτη. Μία χώρα που ξεχνά τις ρίζες της για να γίνει (υποτίθεται) αρεστή στους ισχυρούς στο τέλος δεν κερδίζει τον σεβασμό τους αλλά την περιφρόνησή τους. Το χειρότερο, μάλιστα, είναι ότι καταλήγει να χάνει τον σεβασμό της προς τον ίδιο της τον εαυτό.


