Ο Ντόναλντ Τραμπ προαναγγέλλει για ακόμη μία φορά μέτρα κατά της ιρανικής οικονομίας, υποσχόμενος περιορισμούς που «δεν έχουμε ξαναδεί», δια στόματος του Υπουργού Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ.
Το ρητορικό μοτίβο των αμερικανών είναι κάτι που ακούμε μόνιμα σε επανάληψη εδώ και μήνες. Παρά τα αλλεπάλληλα πακέτα κυρώσεων, τα παγωμένα περιουσιακά στοιχεία και τα εμπορικά εμπάργκο που επιβάλλονται αδιαλείπτως, οι πολεμικές συγκρούσεις συνεχίζονται ακάθεκτες, η γεωπολιτική αβεβαιότητα συντηρείται και το βαρύ τίμημα αυτού του αδιέξοδου φαύλου κύκλου το πληρώνουν οι ίδιοι οι πολίτες παγκοσμίως, βλέποντας τις τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης να έχουν μετατραπεί σε εφιάλτη.
Μετά το ξέσπασμα των εχθροπραξιών στις αρχές του 2026, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών έχει βάλει στη μαύρη λίστα πάνω από 1.000 άτομα, πλοία και αεροσκάφη, επιχειρώντας να μπλοκάρει τον σκιώδη στόλο μεταφοράς αργού πετρελαίου, τις ναυτιλιακές ασφαλιστικές αλλά και ψηφιακά στοιχεία κρυπτονομισμάτων ύψους 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Πάντως, η αποτελεσματικότητα αυτών των τακτικών αμφισβητείται ανοιχτά από αναλυτές. Η Τεχεράνη απλώς αντικαθιστά τις στοχοποιημένες εταιρείες με νέες οντότητες-φαντάσματα, την ώρα που η Κίνα συνεχίζει να απορροφά άνω του 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου μέσω των ανεξάρτητων διυλιστηρίων της.
Η Ουάσινγκτον υπόσχεται τώρα να χτυπήσει τα κινεζικά διυλιστήρια και τις τράπεζες που διευκολύνουν το εμπόριο, ή ακόμη και να επιβάλει έναν ανεφάρμοστο στην πράξη χερσαίο αποκλεισμό μέσω των γειτονικών κρατών του Ιράν.
Με αυτές τις συμπεριφορές καραδοκεί ο κίνδυνος σοβαρών αντιποίνων από το Πεκίνο στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών, χωρίς να προσφέρουν καμία ουσιαστική διέξοδο στην ειρήνευση.
Όσο ανακυκλώνονται τελεσίγραφα για οικονομικό στραγγαλισμό και εξοντωτικούς δασμούς, το μόνο βέβαιο αποτέλεσμα είναι η διατήρηση της φωτιάς στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής και η εκτίναξη του κόστους ενέργειας.
