Σε πεδίο σκληρής επιχειρηματικής, αλλά και διπλωματικής αντιπαράθεσης εξελίσσεται η επόμενη μέρα της δικαστικής μάχης μεταξύ του ΟΤΕ και της Siemens.
- Γράφει Ειδικός Συνεργάτης
Η σκανδαλώδης απόφαση του εφετείου του Μονάχου (OLG München) να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης ύψους 68,3 εκατομμυρίων ευρώ του ελληνικού ομίλου ανατρέπει τα δεδομένα και φέρνει τη διοίκηση του ΟΤΕ προ ενός κρίσιμου στρατηγικού διλήμματος με φόντο το Ανώτατο Δικαστήριο της Γερμανίας (BGH) στην Καρλσρούη.
Το δευτεροβάθμιο γερμανικό δικαστήριο αναγνώρισε μεν την ύπαρξη σαφών ενδείξεων για δωροδοκίες στελεχών κατά τη διάρκεια της ψηφιοποίησης του δικτύου του ΟΤΕ στα τέλη της δεκαετίας του ’90, έκρινε όμως ότι δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη οικονομική ζημία ή υπερκοστολόγηση (!)
Καθώς το δικαστήριο δεν επέτρεψε σκανδαλωδώς και πάλι το δικαίωμα απευθείας έφεσης (Revision), ο ΟΤΕ έχει πλέον μία και μοναδική νομική διέξοδο: την κατάθεση αίτησης μη αποδοχής (Nichtzulassungsbeschwerde). Ο δρόμος προς την Καρλσρούη κρύβει, ωστόσο, ασφυκτικές δικονομικές παγίδες και πιθανόν μεγάλο οικονομικό κόστος, παράμετροι που αποτυπώνονται στους εξής περιορισμούς:
(1) Αποκλειστικές προθεσμίες
Ο ΟΤΕ έχει περιθώριο μόλις έναν μήνα από την επίδοση της απόφασης για να καταθέσει την αίτηση στο BGH και συνολικά δύο μήνες για την πλήρη νομική της τεκμηρίωση. Οι προθεσμίες αυτές είναι αυστηρά προνομιακές (Notfristen) και δεν επιδέχονται καμία παράταση.
(2) Οικονομικό ρίσκο
Λόγω του υψηλού ποσού της αξίωσης, οι δικαστικές χρεώσεις αγγίζουν το ανώτατο θεσμοθετημένο όριο της γερμανικής νομοθεσίας, φτάνοντας τα 30 εκατομμύρια ευρώ!
Σε περίπτωση νέας ήττας, ο ΟΤΕ θα κληθεί να πληρώσει για δικαστικά έξοδα και αμοιβές των ειδικών, διαπιστευμένων στο BGH δικηγόρων (τόσο των δικών του όσο και της Siemens).
Η στατιστική των πιθανοτήτων δεν είναι υπέρ του (πάλαι ποτέ κρατικού) Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών. Ιστορικά, το ποσοστό των αιτήσεων μη αποδοχής που γίνονται δεκτές από το Ανώτατο Δικαστήριο της Γερμανίας είναι μικρό. Επιπλέον, το BGH δεν θα εξετάσει ξανά μάρτυρες ή αποδείξεις, παρά μόνο αν το εφετείο του Μονάχου υπέπεσε σε βαριά νομικά σφάλματα. Κάτι που είναι μεν προφανές, αλλά δεν ξέρουμε αν θα διαπιστωθεί και από τους συνταγματικούς δικαστές της Γερμανίας, που υφίστανται και πολιτικές πιέσεις για να «ξεπλύνουν» την αμαρτωλή Siemens.
Θυμίζουμε ότι το δικαστήριο του Μονάχου, σε μία εντυπωσιακή επίδειξη κακοδικίας, δεν κάλεσε τους ορισμένους από την αρχή μάρτυρες της Siemens Ελλάδος και του ελληνικού ΟΤΕ. Αντιθέτως, κάλεσε τον υπέργηρο επικεφαλής της διαχείρισης των «μαύρων ταμείων», Walter Bernsau, πρώην κατηγορούμενο δις σε Ελλάδα και Γερμανία και απαλλαγμένο λόγω παραγραφής!
Σύμφωνα με νομικούς εμπειρογνώμονες και στελέχη του Οργανισμού, που για ευνόητους λόγους δεν επιθυμούν να κατονομαστούν, η εξέλιξη της υπόθεσης αναμένεται να κινηθεί σε έναν από τους ακόλουθους τρεις άξονες:
Σενάριο 1ο – Η τακτική της «έντιμης καθυστέρησης»
Ο ΟΤΕ εγκρίνει και καταθέτει την αίτηση στο BGH εντός της προθεσμίας τού ενός μηνός. Με την κίνηση αυτή κατευνάζει την κοινή γνώμη στην Ελλάδα και δείχνει ότι εξακολουθεί να διεκδικεί αποζημιώσεις για το σκάνδαλο που ζημίωσε τους Ελληνες φορολογουμένους. Στο μεσοδιάστημα, ειδικοί δικηγόροι της Καρλσρούης συντάσσουν μια απόρρητη έκθεση βιωσιμότητας. Αν αυτή επιβεβαιώσει τις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας, το Δ.Σ. αποφασίζει να μην καταθέσει την τελική δίμηνη τεκμηρίωση, αφήνοντας την υπόθεση να παραγραφεί αθόρυβα και χωρίς περαιτέρω οικονομικό κόστος.
Σενάριο 2ο – Πλήρης δικαστική σύγκρουση με όπλο το «άρθρο 287 ZPO»
Ο ΟΤΕ αποφασίζει να πάει μέχρι τέλους, καταθέτοντας πλήρη φάκελο. Η νομική του ομάδα θα βασιστεί στο άρθρο 287 της γερμανικής Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο επιτρέπει στους δικαστές να ορίζουν αποζημίωση «κατά προσέγγιση» (όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των καρτέλ). Ο ΟΤΕ θα ισχυριστεί ότι το εφετείο του Μονάχου παραβίασε τον νόμο επειδή αρνήθηκε να υπολογίσει μια λογική ζημία, ζητώντας ανέφικτες μαθηματικές αποδείξεις για γεγονότα προ 25ετίας. Το σενάριο αυτό κρατά την υπόθεση ζωντανή για τουλάχιστον 1-2 χρόνια ακόμη.
Σενάριο 3ο – Οριστικός ενταφιασμός με πρόσχημα τις νέες «επενδύσεις»
Το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού, υπό την ισχυρή πίεση της Deutsche Telekom, αποφασίζει να μην καταθέσει καν την αρχική αίτηση, αποδεχόμενο το τελεσίδικο της απόφασης του Μονάχου. Ο ΟΤΕ εκδίδει μια ανακοίνωση στην οποία αναφέρει ότι «εστιάζει το σύνολο των κεφαλαίων του στις μεγάλες επενδύσεις οπτικών ινών και 5G» (για το καλό τάχα των μετόχων του).
Η κίνηση αυτή ικανοποιεί τους Γερμανούς, αλλά προκαλεί πολιτική θύελλα προεκλογικά και πιθανότατα γίνεται αντικείμενο συζήτησης στην ελληνική Βουλή, με δεδομένη την αξίωση έναντι της Siemens και άλλων 28 εκατομμυρίων ευρώ που εκκρεμεί στην ελληνική Δικαιοσύνη και συγκεκριμένα στον Αρειο Πάγο. Η υπόθεση περιπλέκεται, καθώς ισόποση αξίωση υπάρχει και για τον διαχρονικό συνέταιρο του ΟΤΕ, την ελληνική Ιντρακόμ, και ασφαλώς μόνο εκ του γεγονότος ότι και τότε υπήρξαν ποινικές διώξεις και απαλλαγές λόγω παραγραφής, αλλά το κυριότερο ότι η ίδια η εταιρία είχε παραδεχτεί με non paper υπερκοστολόγηση και είχε προτείνει επιστροφή χρημάτων άνω του 1 δισ. δρχ. υπό τη μορφή έμμεσης αποζημίωσης.
Με βάση την ύπαρξη αυτού του εγγράφου, ο ΟΤΕ οφείλει να προχωρήσει την υπόθεση και στα δύο μέτωπα (Ελλάδα-Γερμανία) μέχρι τέλους, ενημερώνοντας και τον Ελληνα φορολογούμενο για τις προθέσεις του, κάτι που ακόμη, αρκετές ημέρες μετά τη σκανδαλώδη απόφαση της 13ης Αυγούστου, δεν έχει πράξει…
Σύγκρουση κορυφής στο Δ.Σ. του ΟΤΕ
Η απόφαση-σκάνδαλο έχει προκαλέσει βαθύ διχασμό στο μέγαρο του Αμαρουσίου, με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για δύο ξεκάθαρα στρατόπεδα εντός του διοικητικού συμβουλίου: Η «Γραμμή της Βόνης» (Deutsche Telekom): Οι εκπρόσωποι του γερμανικού ομίλου (που κατέχει πλέον την πλειοψηφία του ΟΤΕ) τηρούν σκληρή στάση «οικονομικού ρεαλισμού» με σαφή κίνητρα προστασίας του γερμανικού εθνικού συμφέροντος.
Δηλώνουν ότι θεωρούν άσκοπη τη σπατάλη εταιρικών πόρων για μια χαμένη δικαστική διένεξη, ενώ επιθυμούν να κλείσει άρον άρον η υπόθεση για να μη διαταραχθούν οι ισορροπίες της DT με τη γερμανική επιχειρηματική ελίτ. Στα ανώτατα κλιμάκια του Οργανισμού υπάρχουν, ωστόσο, και φωνές (λίγες είναι η αλήθεια) που αντιτείνουν ότι η πλήρης και άμεση συνθηκολόγηση θα αποτελέσει επικοινωνιακό και πολιτικό «αυτογκόλ» στην Ελλάδα, καθώς ο εθνικός πάροχος δεν μπορεί να εμφανίζεται ότι «χαρίζεται» στη Siemens για ακόμα ένα σκάνδαλο που πλήγωσε βαθιά τη χώρα.
