Του Δημήτρη Καπράνου
Ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἀπό ὅλους μας, στήν οὐσία ἐκείνη μᾶς μεγάλωσε.
Δυστυχῶς, τόν τελευταῖο χρόνο εἶχε παγιδευθεῖ στό ἀδιέξοδο τῆς ἀνοίας. Ἀπό τήν ἴδια αἰτία, χάσαμε πρό ἔτους τήν ἀδελφή τῆς συζύγου μου. Σήμερα, τίς σκέπτομαι καί ἐπανέρχομαι σέ ὅσα εἶχε γράψει, πρίν κάποια χρόνια, στήν διάρκεια τῆς πανδημίας, φίλος, δικηγόρος. Ἦταν σάν νά τά εἶχε γράψει ἡ ἀδελφή μου, ἡ ὁποία, ὅσο εἶχε τήν δυνατότητα τῆς ἐπικοινωνίας, τό μόνο πού μοῦ ἔλεγε συνεχῶς ἦταν «δέν θέλω νά γίνω βάρος σέ κανέναν». Τά ξαναθυμίζω σήμερα, εἶναι σάν ἀποχαιρετισμός.
«Ἔχω ἤδη ξεπεράσει κατά πολύ τό προσδόκιμο ἐπιβίωσης. Εἰκάζω βασίμως ὅτι εἶμαι ὁ πρεσβύτερος πού ἐμφανίζεται ἐδῶ στό διαδίκτυο. Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι εἶμαι ἀκόμη νοήμων. Δυστυχῶς δέν ἔχω ἄνοια, πού θά μέ προστάτευε ἀπό τίς ὀδυνηρές ἐπιγνώσεις τοῦ παρόντος, ἀλλά θά ταλαιπωροῦσε τά παιδιά μου. Ἔτσι, μπορῶ, σκεπτόμενος, νά κρίνω ἐάν “ἔριξα τά κομμάτια τοῦ ἑαυτοῦ μου στίς ἀβεβαιότητες τῶν καιρῶν”, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἱερός Αὐγουστῖνος, ὅπως διάβαζα στίς “Ἐξομολογήσεις” του.
Σέ ἐμᾶς τούς γέρους λίγο ἔχει ἀλλάξει ἡ ζωή μας, ἀφοῦ καί πρίν ἀπό τό κακό, τίς περισσότερες μέρες τίς περνούσαμε, ἔτσι κι ἀλλιῶς, μόνοι μέσα στά σπίτια μας. Ἐμεῖς εἴμαστε ἀπό καιρό περασμένοι σέ μιά λίστα ἀναμονῆς, μιά λίστα πού δέν ἔχει σειρά προτεραιότητας γιατί ἐπιγράφεται “πεπρωμένο”. Ὅσοι ἀπομείναμε, ζοῦμε τώρα τά ἀπομεινάρια τῆς ζωῆς μας καί τῆς ἐποχῆς μας. Τῆς δικῆς μας γενιᾶς ἡ ἐποχή ἄρχισε μέ ἕναν παγκόσμιο πόλεμο καί τελειώνει μέ ἕναν παγκόσμια λοιμό. Εἴμαστε μιά παγκόσμια γενιά πού ἔζησε μεταξύ αὐτῶν τῶν δυό συμφορῶν. Ὡστόσο, ζήσαμε, ἀξιωθήκαμε καί καλά χρόνια, τά πιό πολλά. Τώρα τά φάγαμε τά ψωμιά μας.

Ἔχω πεῖ στά παιδιά μου ὅτι, ἄν νοσήσω, νά μέ ἀφήσουν στό σπίτι μου μέ τήν ἀκίνδυνη φροντίδα τους καί, εἰ δυνατόν, μέ κατ’ οἶκον ἀναγκαία νοσηλεία ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐφικτή. Δέν θέλω νά γίνω αἴτιος νά χάσει τή ζωή του κάποιος νεώτερος ἄνθρωπος. Γιατί ἐγώ ἔζησα ἤδη πολύ καί τώρα πλέον εἶμαι “πλήρης ἡμερῶν”. Αὐτή εἶναι ἡ ἐπιθυμία μου. Δέν εἶναι γενναιότητα. Θεωρῶ ὅτι ἁπλᾶ εἶναι μιά χωρίς προσωπικό κόστος ἀπόφαση ἑνός ὑπέργηρου ἀνθρώπου σέ αὐτές τίς τραγικές ἡμέρες γιά ὅλη τήν κοινωνία…
Ἔκανα τόν ἀπογευματινό μου περίπατο βαδίζοντας στή βεράντα. Ὁ δρόμος, ἐρημία. Σέ ἕνα κλωνί τοῦ πλάτανου, πού κάθε χρόνο τό ἐκτείνει πιό πολύ πρός τά ἐδῶ σάν νά ἐπιδιώκει χειραψία μαζί μου, στάθηκαν δυό σπουργίτια πού ἐρωτοτροποῦν. Ἀρχίζει νά σουρουπώνει.
Ἡ ἀναπόφευκτη νύχτα ἔρχεται σιγά-σιγά καί τρυπώνει στό σπίτι πού σκοτεινιάζει. Γίνονται τά βραδινά τηλεφωνήματα μέ τά παιδιά καί μέ δυό φίλους καί ὕστερα ἡ σιωπή. Δέν ἄναψα τό φῶς. Ἀπό ἐδῶ πού κάθομαι θέλω νά δῶ τό κομμάτι τοῦ βραδινοῦ οὐρανοῦ, αὐτό πού δικαιοῦμαι νά βλέπω. Ἄν εἶμαι τυχερός, μπορεῖ νά φανεῖ καί ἡ Σελήνη γιά λίγο. Ἡ Σελήνη πού μέ τίς ἀγαπημένες σιωπές της παρηγορεῖ καί γαληνεύει»…
Τήν Σταματία τήν ἀποχαιρετοῦμε μέ τούς κανόνες τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἱερέας Ὀρθόδοξος, ναός Ὀρθόδοξος καί ταφή κατά τούς δικούς μας κανόνες, στό Λονδῖνο, πού δέν θυμίζει πλέον Ἀγγλία…
