Ένα νέο πεδίο τριβής και αμφισβήτησης επιχειρεί να στήσει η Άγκυρα στα ελληνοτουρκικά σύνορα, διευρύνοντας απρόκλητα τη «βεντάλια» των προκλήσεων και των διεκδικήσεών της. Αυτή τη φορά, αφορμή αποτελεί η ολοκλήρωση της κατασκευής του αποτρεπτικού φράχτη στον κεντρικό Έβρο, με την τουρκική πλευρά να εγείρει αξιώσεις ακόμα και σε χερσαία τμήματα της περιοχής, υποστηρίζοντας ότι οι εργασίες εκτελούνται σε δικό της έδαφος.
Η τουρκική αντίδραση εκδηλώθηκε με την υποβολή επίσημης ρηματικής διακοίνωσης διαμαρτυρίας μέσω του τριμερούς μηχανισμού επαφής Ελλάδας, Τουρκίας και Βουλγαρίας στο Καπιτάν Αντρέεβο. Η Άγκυρα αμφισβητεί ανοιχτά τη χωροθέτηση του τεχνητού εμποδίου σε επτά συγκεκριμένα σημεία κοντά στο Σουφλί και το Διδυμότειχο, συνολικού μήκους περίπου πέντε χιλιομέτρων. Πατώντας στις φυσικές μετατοπίσεις της κοίτης του ποταμού Έβρου στο πέρασμα των δεκαετιών, η τουρκική πλευρά βρίσκει ευκαιρία να προβάλει νέες εδαφικές αμφισβητήσεις.
Από την πλευρά της, η Αθήνα απορρίπτει τους τουρκικούς ισχυρισμούς και διαμηνύει πως δεν πρόκειται να υποχωρήσει σε τετελεσμένα. Η ελληνική πλευρά βασίζεται στις επίσημες αποτυπώσεις της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και στη σύγχρονη ψηφιακή απεικόνιση της συνοριακής γραμμής —η οποία αντικατέστησε τους αναλογικούς χάρτες του 1926— αποδεικνύοντας ότι τα επίμαχα σημεία βρίσκονται ακέραια εντός της ελληνικής επικράτειας.
Εγκαταλείποντας οριστικά κάθε σκέψη για προσωρινά ή μετακινούμενα εμπόδια, οι ελληνικές αρχές προχωρούν κανονικά τους τελευταίους μήνες στη θεμελίωση και πασσαλόμπηξη για τη δημιουργία μόνιμης υποδομής. Το έργο στον Έβρο, που ξεκίνησε να ενισχύεται συστηματικά μετά την υβριδική κρίση του 2020, αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας για την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών πιέσεων.

