Πολύ πιο γρήγορα από τους μισθούς έχουν αυξηθεί οι τιμές βασικών τροφίμων την τελευταία πενταετία, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος των αυξήσεων στις αποδοχές να εξανεμίζεται στο σούπερ μάρκετ. Πρόκειται για ακόμα ένα στοιχείο το οποίο γκρεμίζει το κυβερνητικό αφήγημα, καθώς τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου επιμένουν να μη συνυπολογίζουν τις εφιαλτικές ανατιμήσεις των τελευταίων ετών, αποκρύπτοντας πως οι ανατιμήσεις σε προϊόντα που βρίσκονται καθημερινά στο οικογενειακό τραπέζι φτάνουν ακόμη και το 75%.
Από το μοσχάρι και τον καφέ μέχρι τα αβγά, τα τυριά, το ψωμί και το ελαιόλαδο, οι καταναλωτές χρειάζονται πλέον πολύ περισσότερα χρήματα σε σχέση με το 2021 για να αγοράσουν τα ίδια προϊόντα. Οι διαδοχικές ανατιμήσεις έχουν συσσωρευτεί, δημιουργώντας μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα στο ράφι και περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη ακόμη και για εργαζομένους που είδαν στο ίδιο διάστημα τις αποδοχές τους να αυξάνονται.
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) είναι αποκαλυπτικά, καθώς μέσα στην τελευταία πενταετία οι τιμές στην κατηγορία «διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» έχουν αυξηθεί συνολικά κατά 34,3%. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα μεγάλη επιβάρυνση, καθώς αφορά δαπάνες που κανένα νοικοκυριό δεν μπορεί να αποφύγει και οι οποίες απορροφούν πλέον μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος.
Στην κορυφή βρίσκεται το μοσχάρι, με αύξηση 75,1% σε σχέση με το 2021, ενώ ακολουθούν η σοκολάτα και τα προϊόντα σοκολάτας με 60,8%, τα αβγά με 47,9%, ο καφές με 43,4% και τα τυριά με 38,9%. Οι ανατιμήσεις επεκτείνονται, όμως, σχεδόν σε ολόκληρο το καλάθι των βασικών τροφίμων. Το ελαιόλαδο είναι ακριβότερο κατά 35,4%, το ψωμί και τα προϊόντα αρτοποιίας κατά 34%, τα πουλερικά κατά 31,6% και τα λαχανικά κατά 31,3%.
Ανησυχία
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η ακρίβεια δεν αποτελεί παρελθόν. Χαρακτηριστικό είναι ότι το μοσχάρι, παρά την τεράστια αύξηση που έχει ήδη καταγράψει στην πενταετία, ακρίβυνε επιπλέον κατά 13,5% μέσα στον τελευταίο χρόνο. Αξίζει να σημειωθεί πως η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει επιστροφή στις παλιές τιμές. Οι μεγάλες ανατιμήσεις έχουν πλέον περάσει στο ράφι και, όσο οι τιμές των βασικών αγαθών τρέχουν ταχύτερα από τα εισοδήματα, οι αυξήσεις στους μισθούς δύσκολα μπορούν να μετατραπούν σε πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Μπορεί το μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα να καταγράφει αύξηση, οι εργαζόμενοι όμως δεν αισθάνονται αντίστοιχη βελτίωση στην τσέπη τους, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και βασικές υπηρεσίες απορροφούν σημαντικό μέρος των αυξήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το μισθολογικό κόστος ενισχύθηκε κατά 4%, εξέλιξη που αποτελεί θετική ένδειξη για την πορεία των αποδοχών, από μόνη της όμως δεν αρκεί για να περιγράψει την οικονομική κατάσταση των εργαζομένων.
