«Είμαστε ελλειμματικοί στην ντομάτα σήμερα στη χώρα. Εισάγουμε ντομάτες. Γιατί να μην μπορούμε να τις παράγουμε οι ίδιοι; Άρα, χρειαζόμαστε μεγαλύτερες εκτάσεις, μεγαλύτερες παραγωγές, περισσότερη παραγωγικότητα, περισσότερη τεχνογνωσία». Με τα λόγια αυτά στη ΔΕΘ, φέρνοντας ως παράδειγμα τη μεγάλη θερμοκηπιακή επένδυση που αναπτύσσεται σε παλιό λιγνιτωρυχείο της Δυτικής Μακεδονίας και αναμένεται να δημιουργήσει 450 θέσεις εργασίας, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ένα από τα δεδομένα για τον πρωτογενή τομέα.
Γιατί, όμως, μια χώρα με έντονη ηλιοφάνεια και αγροτική παράδοση αναγκάζεται να καλύπτει τις ανάγκες της με φορτία από το εξωτερικό;
Η απάντηση βρίσκεται σε ένα περίεργο μπέρδεμα ανάμεσα στις εποχές και στα είδη της παραγωγής. Στη βιομηχανική ντομάτα -τον πελτέ και τα κονσερβοποιημένα προϊόντα- η Ελλάδα ξεπερνά σταθερά τους 400.000 τόνους και εμφανίζει ισχυρό εξαγωγικό πρόσωπο. Στην επιτραπέζια, νωπή ντομάτα, όμως, το ισοζύγιο καταρρέει κάθε καλοκαίρι λόγω της τεράστιας ζήτησης από τον κόσμο που καθημερινά τη βάζει στο τραπέζι του.
Στα χαρτιά η ετήσια εικόνα μοιάζει σχεδόν ισορροπημένη, με εξαγωγές 30.000 έως 35.000 τόνων και εισαγωγές αντίστοιχου μεγέθους. Τον χειμώνα και την άνοιξη οι ελληνικές ντομάτες φεύγουν προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, αλλά από τα τέλη Ιουνίου μέχρι και τον Οκτώβριο η εγχώρια προσφορά δε φτάνει, με αποτέλεσμα να εισάγουμε.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα. Στην κορύφωση της τουριστικής σεζόν, με τη μεγαλύτερη μάζα των επισκεπτών που επισκέπτονται τη χώρα να ανεβάζουν κατακόρυφα την κατανάλωση, η ζήτηση χτυπά «κόκκινο».
Την ίδια ώρα, τα παραδοσιακά πλαστικά θερμοκήπια στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, που αποτελούν πάνω από το 90% των εγκαταστάσεων της χώρας, μετατρέπονται από τους καύσωνες σε καμίνια. Μόλις ο υδράργυρος περάσει τους 40 βαθμούς, η ανθοφορία σταματά και οι καλλιεργητές ξεριζώνουν τα φυτά ήδη από τον Ιούνιο. Παράλληλα, οι υπαίθριες καλλιέργειες στα χωράφια, πιεσμένες από τη λειψυδρία και τη ζέστη, αδυνατούν να καλύψουν τα ράφια.
Έτσι, η αγορά στρέφεται αναγκαστικά στις εισαγωγές. Περισσότερες από τις μισές ποσότητες έρχονται σταθερά από την Τουρκία, ενώ σημαντικό όγκο καλύπτουν η Αλβανία, αλλά και η Πολωνία, το Βέλγιο και η Ολλανδία.
Οι αιτίες είναι καθαρά διαρθρωτικές. Πρώτον, ο μικρός κλήρος, καθώς το μέσο ελληνικό θερμοκήπιο δεν ξεπερνά τα 3 με 5 στρέμματα, μέγεθος που στερεί τη δυνατότητα σοβαρών επενδύσεων και αποδυναμώνει τους παραγωγούς απέναντι στα μεγάλα σούπερ μάρκετ. Δεύτερον, το τεχνολογικό χάσμα.
Οι παλιές κατασκευές αποδίδουν 10 με 15 τόνους ανά στρέμμα για περίπου επτά μήνες, ενώ οι σύγχρονες υδροπονικές μονάδες της Βόρειας Ευρώπης αγγίζουν τους 60 με 70 τόνους, παράγοντας αδιάκοπα για έντεκα μήνες.
Στο κάδρο μπαίνουν και οι επιθετικές ασθένειες, όπως ο ιός της καστανής ρυτίδωσης, που στις καλλιέργειες στο χώμα αντιμετωπίζονται δύσκολα, σπρώχνοντας πολλούς παραγωγούς στο αγγούρι ή την πιπεριά.
Όσο ο τομέας παραμένει εξαρτημένος από απαρχαιωμένες υποδομές, η ίδια συνθήκη θα επαναλαμβάνεται και η Ελλάδα θα εξάγει ντομάτες στα Βαλκάνια τον χειμώνα και θα αναζητά εισαγόμενα φορτία για να βγάλει το καλοκαίρι της.
ΠΗΓΗ: eleftheria.gr
