Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν έχει επιλέξει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ως κορυφαίο θέμα ολόκληρης της πολιτικής καριέρας του, προκαλώντας κατά καιρούς αχρείαστες λεκτικές επιθετικές εντάσεις εναντίον της Ελλάδας, με κατακλείδα την απειλή εισβολής και κατοχής ελληνικής κυριαρχίας (σε εικοσιτετράωρο ή τριήμερο κλπ. ανάλογα με τα κέφια του) και μόνιμα εργαλεία, αστήριχτους νομικά και διπλωματικά ισχυρισμούς, όπως αποστρατιωτικοποίηση νήσων, αμφισβήτηση ελληνικής εθνικής κυριαρχίας κ.ά.
Το τελευταίο διάστημα η τουρκική κυβέρνηση έχει φτύσει τις υπογραφές και δεσμεύσεις της για «τα ήρεμα νερά» και επιδίδεται μέσω του προέδρου, υπουργών του και των πλήρως ελεγχόμενων ΜΜΕ στη χώρα του σε επικίνδυνη υστερία, ενώ απειλεί καθημερινώς και πολλαπλώς την Ελλάδα για την αποστρατιωτικοποίηση, τα θαλάσσια πάρκα, το καλώδιο στην Κάσο, την κυριαρχία βραχονησίδων στο Αιγαίο κ.λπ.
Ο στόχος είναι εμφανής και καθαρός και δεν επιδέχεται λογικής αμφισβήτησης.
Η Αγκυρα γνωρίζει τη βαρύτητα για την Ελλάδα που θα έχουν οι προσεχείς βουλευτικές εκλογές και, όπως κάθε «λογικός» πολιτικός εχθρός της χώρας, επιθυμεί την επικράτηση πολιτικής αναταραχής ή αστάθειας στην Ελλάδα, έτσι ώστε οι αντιστάσεις, της όποιας αδύναμης και ασταθούς κυβέρνησης σχηματιστεί στην Αθήνα, να είναι μικρές και τυχόν αστραπιαίες κινήσεις της Αγκυρας να έχουν αποτέλεσμα υπερ της Τουρκίας και σε βάρος των εθνικών συμφερόντων.
Αλλωστε, τα Ιμια εκδηλώθηκαν σε μια περίοδο ενδοκυβερνητικής και εσωκομματικής αστάθειας στο ΠΑΣΟΚ και από τις επιπτώσεις των γεγονότων εκείνων δεν έχει απαλλαγεί ακόμα η Ελλάδα.
Η δεύτερη όψη των ελληνοτουρκικών σχέσεων σήμερα είναι αυτή της κυβέρνησης Μητσοτάκη και των υπουργών της. Ο πρωθυπουργός επένδυσε κομματικά και πολιτικά στα «ήρεμα νερά» που εφεύρε με τον Τ. Ερντογάν, που έδωσαν μια περίοδο ηρεμίας στο Αιγαίο, διότι σε διμερή άτυπη συμφωνία η Τουρκία δεν παραβίαζε τον ΕΕΧ στα 6 ν.μ. και περιόρισε και εξαφάνισε τις παραβιάσεις και μεταξύ 6-10 ν.μ. ΕΕΧ, κυρίως λόγω των αδυναμιών στην τουρκική ΠΑ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πράγματι εξοικονόμησε μεγάλα ποσά από την απουσία τουρκικών παραβιάσεων με αεροσκάφη και αναβάθμισε έξυπνα την ελληνική ΠΑ και ΠΝ. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αρνούμενη πεισματικά να εξηγήσει την απόφασή της αυτή, εν μια νυκτί τον Αύγουστο 2019 πέταξε στη Μεσόγειο την περιοχή Αν. Ρόδου και Καστελόριζου, σπάζοντας την εθνική συνέχεια στα Δωδεκάνησα, στραγγαλίζοντας την ΑΟΖ του Καστελόριζου, διότι η Τουρκία έχει 12 ν.μ. χωρικά ύδατα στη Μεσόγειο, βάζοντας ταφόπλακα στο «όνειρο» οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας – Κύπρου. Και κυρίως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δημιούργησε και πρόσθεσε ένα νέο πολύ μεγάλο και δυσεπίλυτο πρόβλημα στα ήδη υπάρχοντα, επιτρέποντας στην Τουρκία, με τα 12 ν.μ. χωρικά ύδατα στην περιοχή Αν. Ρόδου και Καστελόριζου να οριοθετήσει αβίαστα την τουρκολιβυκή ΑΟΖ, την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη ουδέποτε κατήγγειλε επίσημα και νομικά στον ΟΗΕ ως παράνομη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εν υπνώσει και αυτή με ανοιχτά μάτια, όπως και το σύνολο της αντιπολίτευσης, δεν κινήθηκε νομικά, πολιτικά και διπλωματικά ώστε να διαλύσει τους ισχυρισμούς της Αγκυρας περί αποστρατιωτικοποίησης των νήσων και αμφισβήτησης ελληνικής κυριαρχίας κυρίως σε βραχονησίδες, καίτοι εδώ και δεκαετίες υπάρχουν έτοιμες όλες εκείνες οι διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις -με την υπογραφή και της Τουρκίας- για να μπει οριστική φραγή στους παράνομους και έωλους ισχυρισμούς της Τουρκίας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συμπεριφέρεται ωσάν να θέλει να διατηρήσει -σε ύφεση ή σε ένταση- προβλήματα που εντέχνως έχει δημιουργήσει η Αγκυρα στο Αιγαίο, που ανεβοκατεβάζει κατά τα κέφια της το επίπεδο της διμερούς κρίσης.
Η τρίτη όψη των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι η διαχρονική στάση της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, όποια και αν είναι αυτή, κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των ελληνικών κομμάτων που έχουν διατελέσει στην αντιπολίτευση είναι οι προσωπικές πολιτικές αντιπαραθέσεις με την εκάστοτε κυβέρνηση προς άγραν δυσαρεστημένων ψηφοφόρων στις επόμενες εκλογές και όχι η απαιτούμενη σιωπηλή σύγκλιση θέσεων για την απαλλαγή της χώρας από προβλήματα που οι ίδιες οι προηγούμενες κυβερνήσεις άφησαν ανοιχτά στις δεκαετίες, όπως π.χ. οι τουρκικοί ισχυρισμοί για αποστρατιωτικοποίηση και αμφισβήτηση εθνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο.
Οσο για τις πληγές που δημιούργησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη με την περιοχή Αν. Ρόδου και Καστελόριζου και τη δημιουργία της τουρκολιβυκής ΑΟΖ, η τωρινή υστερίζουσα αντιπολίτευση δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να μάθει, να αντιταχθεί στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και να σκεφτεί πώς και αν μπορεί να επουλωθεί αυτή η νέα μεγάλη πληγή στα εθνικά θέματα.

