Δύο κορυφαίοι Δημοκρατικοί γερουσιαστές κατηγορούν την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι προώθησε φορολογικές ελαφρύνσεις, κρατικές ενισχύσεις και χαλάρωση περιβαλλοντικών κανόνων προς όφελος εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου, μετά το αίτημα του τότε υποψηφίου για προεκλογική χρηματοδότηση ύψους 1 δισ. δολαρίων ενόψει των εκλογών του 2024.
Η σχετική έκθεση παρουσιάστηκε από τον επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, και τον Σέλντον Γουάιτχαουζ, ανώτερο Δημοκρατικό μέλος της Επιτροπής Περιβάλλοντος. Οι δύο γερουσιαστές υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησης δημιούργησαν σημαντικά οικονομικά οφέλη για τον κλάδο των ορυκτών καυσίμων, ενώ το κόστος μεταφέρθηκε στους πολίτες.
Για τη σύνταξη της έκθεσης εξετάστηκαν 19 έρευνες σχετικά με την ανατροπή κανονισμών της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος, καθώς και 13 έρευνες που αφορούσαν εννέα ακόμη ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Παράλληλα, οι συντάκτες ανέλυσαν στοιχεία για 88 επιχειρήσεις που χαρακτηρίζονται σημαντικοί ρυπαντές.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης, οι δωρεές και οι προεκλογικές δαπάνες εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων συνδέθηκαν με πολιτικές που, κατά τους Δημοκρατικούς, απέφεραν στις ενεργειακές εταιρείες φορολογικά οφέλη και αυξημένα έσοδα συνολικού ύψους εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι τα μέτρα ενθάρρυναν παράλληλα την κατανάλωση περισσότερων ορυκτών καυσίμων.
«Οι εργαζόμενες οικογένειες καλούνται να καλύψουν το τίμημα μέσω υψηλότερων λογαριασμών ενέργειας, αποδυναμωμένων δημόσιων υπηρεσιών και των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στην υγεία και το κλίμα», αναφέρεται στο κείμενο. Αντίθετα, σύμφωνα με την έκθεση, τα στελέχη και οι μέτοχοι των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων είναι εκείνοι που αποκομίζουν τα βασικά οφέλη. Οι Δημοκρατικοί περιγράφουν την κατάσταση ως «τεράστια μεταφορά πλούτου».
Η δημοσιοποίηση της έκθεσης αναμένεται να προαναγγείλει τις θεματικές στις οποίες θα επικεντρωθούν οι Δημοκρατικοί μέσω κοινοβουλευτικών ακροάσεων, εφόσον εξασφαλίσουν τον έλεγχο της Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Οι Σούμερ και Γουάιτχαουζ προγραμματίζουν συνέντευξη Τύπου στις 9:45 π.μ. ώρα Ανατολικής Ακτής, προκειμένου να παρουσιάσουν τα βασικά ευρήματα της έρευνας. Μέχρι στιγμής, ο Λευκός Οίκος δεν έδωσε απάντηση.
Η έκθεση δημοσιεύεται ενώ η κυβέρνηση Τραμπ προχωρά σε αλλαγές στην περιβαλλοντική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών. Η EPA ανακοίνωσε μέσα στον μήνα μέτρα για την ανάκληση περιορισμών που είχε θεσπίσει ο πρώην πρόεδρος Τζο Μπάιντεν στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που λειτουργούν με άνθρακα και φυσικό αέριο.
Παράλληλα, η υπηρεσία επιδιώκει να περιορίσει τη δυνατότητα θέσπισης νέων κλιματικών κανονισμών για τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι προηγούμενοι περιορισμοί επιβάρυναν την ενεργειακή παραγωγή και περιόρισαν την ανάπτυξη του κλάδου.
