Η επόμενη μέρα για τον Ντόναλντ Τραμπ μετά την εκλογική ήττα
Πώς διαμορφώνεται η πολιτική τακτική του προέδρου που, πάρα την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσο, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εκτελεστικές εξουσίες
Την ώρα που οι Δημοκρατικοί πανηγύριζαν τη μεγάλη εκλογική τους επικράτηση στις ενδιάμεσες εκλογές, ο επίσημος λογαριασμός του Λευκού Οίκου ανάρτησε στην πλατφόρμα X φωτογραφία του Ντόναλντ Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο, να στέκεται όρθιος και με τις γροθιές σφιγμένες ακουμπισμένες επάνω στο γραφείο να κοιτά τον φακό με αυστηρό ύφος. «Ο Τραμπ παραμένει πρόεδρός σας» έγραφε η λεζάντα. Το μήνυμα ήταν σαφές. Ο πρόεδρος εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο και δεν πτοείται από την εκλογική ήττα του κόμματός του. Πράγματι. Παρά την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου, ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εκτελεστικές εξουσίες, τις οποίες μπορεί να αξιοποιήσει για την προώθηση της πολιτικής του ατζέντας και ασκώντας το προεδρικό βέτο να μπλοκάρει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Αλλωστε, ο Τραμπ έχει ήδη δείξει ότι είναι διατεθειμένος να αξιοποιεί ευρέως τις προεδρικές αρμοδιότητές του, ακόμη και δοκιμάζοντας τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας.
Ωστόσο, πίσω από την εικόνα πολιτικής ισχύος υπάρχει και μια διαφορετική πραγματικότητα. Ο χρόνος της προεδρίας του είναι πλέον περιορισμένος, καθώς πλησιάζει το τέλος της θητείας του, η δυνατότητά του να ασκεί πολιτική επιρροή και να προωθεί τις επιλογές του αναμένεται να συναντά ολοένα και περισσότερα εμπόδια, ιδιαίτερα μετά την τιμωρητική ψήφο των Αμερικανών που δεν αξιολόγησαν την κυβέρνηση με βάση τις προεκλογικές εξαγγελίες, τα μακροοικονομικά και τη διπλωματία, αλλά κυρίως με γνώμονα την τσέπη τους. Μια ψήφο κατά του Ντόναλντ Τραμπ που συμπαρέσυρε τελικά ολόκληρο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Η ακρίβεια, η απογοήτευση για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας, οι αμφιλεγόμενες πολιτικές επιλογές και η απομάκρυνση κρίσιμων εκλογικών ομάδων διαμόρφωσαν ένα ισχυρό κύμα αμφισβήτησης κατά του Αμερικανού προέδρου. Οι Δημοκρατικοί καβάλησαν το κύμα της λαϊκής δυσαρέσκειας, επικράτησαν σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά προπύργια και επέστρεψαν στο Κογκρέσο, μετατρέποντας τις ενδιάμεσες εκλογές σε μια ηχηρή πολιτική ήττα για τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου 2026 εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη βραδιά για τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Παρά τις εκτιμήσεις για ενίσχυση των Δημοκρατικών, το εύρος των απωλειών των Ρεπουμπλικάνων ξεπέρασε όλες τις προβλέψεις, με τους Δημοκρατικούς να καταγράφουν σημαντικές νίκες ακόμη και σε πολιτείες όπως το Τέξας, που θεωρούνταν ασφαλή εκλογικά οχυρά της συντηρητικής παράταξης. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια κοινοβουλευτική ανατροπή. Αποτέλεσε μια σαφή ένδειξη ότι σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας εμφανίζεται δυσαρεστημένο με την πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης Τραμπ. Ο σημαντικότερος παράγοντας της ήττας ήταν αναμφίβολα η οικονομία. Ο Τραμπ είχε επιστρέψει στον Λευκό Οίκο το 2024 με την υπόσχεση ότι θα αντιμετωπίσει την ακρίβεια και θα βελτιώσει την καθημερινότητα των Αμερικανών. Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος διαβίωσης, ακριβότερα τρόφιμα στο ράφι, ακριβότερo diesel στην αντλία και αυξημένες οικονομικές πιέσεις. Οι δημοσκοπήσεις εξόδου έδειξαν ότι σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους θεωρούσαν το κόστος ζωής σημαντικό παράγοντα για την επιλογή τους. Παράλληλα, σχεδόν τα δύο τρίτα απέδωσαν στον Αμερικανό πρόεδρο ευθύνη για τις υψηλές τιμές. Η δυσαρέσκεια αυτή αποδείχθηκε καθοριστική.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι αποφάσεις του Τραμπ στην οικονομική και εξωτερική πολιτική. Οι δασμοί στις εισαγωγές και η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν ενίσχυσαν την αβεβαιότητα και τροφοδότησαν την ανησυχία για νέες οικονομικές επιβαρύνσεις. Την ίδια στιγμή, η επικοινωνιακή διαχείριση της δυσαρέσκειας δεν έπεισε τους πολίτες. Αντί να παρουσιάσει πειστικές απαντήσεις για τη μείωση των τιμών, ο πρόεδρος επέλεξε συχνά να υποβαθμίσει τις ανησυχίες των νοικοκυριών. Αλλο ένα σοβαρό λάθος ήταν η επιμονή του Τραμπ να στηρίξει υποψηφίους της προσωπικής του επιλογής, ακόμη και όταν υπήρχαν αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος. Οι ήττες των υποψηφίων που είχε υποστηρίξει στο Τέξας και στην Καρολίνα αναμένεται να ενισχύσουν την κριτική για την πολιτική του κρίση. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι ο συνασπισμός που είχε οδηγήσει τον Τραμπ στη νίκη δεν παραμένει πλέον συμπαγής. Στην προεκλογική περίοδο, ο Τραμπ επιχείρησε να κινητοποιήσει τους συντηρητικούς ψηφοφόρους παρουσιάζοντας τους Δημοκρατικούς ως απειλή για τη χώρα. Ωστόσο, η τακτική αυτή δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Ο Τραμπ λοιπόν δεν ηττήθηκε εξαιτίας ενός μόνο λάθους, αλλά από τη συσσώρευση οικονομικής δυσαρέσκειας, πολιτικών αστοχιών και απώλειας εμπιστοσύνης. Οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να μετατρέψουν αυτή τη δυσαρέσκεια σε εκλογική νίκη. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι δεν έχουν να παρουσιάσουν έναν πρόσωπο που θα μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα με αξιώσεις στις προεδρικές του 2028. Ωστόσο, η επιστροφή τους στο Κογκρέσο συνοδεύεται από μεγάλες προσδοκίες. Οι ψηφοφόροι πλέον απαιτούν συγκεκριμένες λύσεις και όχι απλώς αντιπολίτευση στον πρόεδρο.
Ιδιαίτερα ανησυχητική για τους Ρεπουμπλικάνους ήταν η υποχώρηση της υποστήριξης από ομάδες που είχαν συμβάλει σημαντικά στην εκλογική νίκη του 2024. Οι Λατίνοι ψηφοφόροι, οι νέοι και μέρος των μαύρων ανδρών απομακρύνθηκαν από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ειδικά η πτώση της υποστήριξης από την ισπανόφωνη κοινότητα αποδείχτηκε κρίσιμη σε πολιτείες με έντονο δημογραφικό και εκλογικό ενδιαφέρον, όπως το Τέξας και η Φλόριντα. Η νεότερη γενιά των Λατίνων ψηφοφόρων διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών. Η γενιά που τα προηγούμενα χρόνια χαρακτηριζόταν «No Sabo», λόγω της περιορισμένης γνώσης της ισπανικής γλώσσας, αποκτά πλέον ένα νέο προσωνύμιο: «Sí Votan», δηλαδή «Ναι, ψηφίζουν». Σύμφωνα με τα στοιχεία του CNN Voter Poll, το 79% των Λατίνων ηλικίας 18 έως 29 ετών ψήφισε υποψηφίους των Δημοκρατικών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, έναντι μόλις 18% που επέλεξε Ρεπουμπλικάνους.
Η συντριβή… φέρνει γκρίνια: Εμφύλιος στους Ρεπουμπλικάνους
Η εκλογική ήττα του κόμματος πυροδότησε τον εσωκομματικό εμφύλιο στους Ρεπουμπλικάνους. Το αποτέλεσμα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος, καθώς πολλά κορυφαία στελέχη άρχισαν να αμφισβητούν τις πολιτικές επιλογές Τραμπ και να του αποδίδουν ευθύνες για την εκλογική συντριβή. Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκεται ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ένα από τα πρόσωπα που μαζί με τον Μάρκο Ρούμπιο θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους υποψηφίους για τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Ο Βανς προσπάθησε να κρατήσει αποστάσεις από τον Τραμπ, ασκώντας κριτική κυρίως στον πόλεμο με το Ιράν, στην ακρίβεια και στις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ. Υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες επιλογές συνέβαλαν σημαντικά στην ήττα του κόμματος και παραδέχτηκε ότι όσοι είχαν προειδοποιήσει για τις αρνητικές συνέπειες είχαν δίκιο. Η στάση του θεωρείται προσπάθεια να ενισχύσει τη θέση του εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2028.
Παράλληλα, ο κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, χαρακτήρισε την ήττα ιδιαίτερα σοβαρή και ζήτησε αλλαγή πολιτικής στρατηγικής. Εδωσε έμφαση στην αντιμετώπιση της διαφθοράς και στην ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας από τους πολιτικούς. Από την πλευρά του, ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ επέκρινε τους δασμούς και την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι το κόμμα πρέπει να ακούσει περισσότερο τις ανάγκες των εργαζομένων. Κριτική στον Τραμπ άσκησαν επίσης παλαιότερα στελέχη, όπως ο Μιτ Ρόμνεϊ και ο Τζον Κόρνιν. Θεώρησαν ότι οι λανθασμένες πολιτικές αποφάσεις, οι προσωπικές επιλογές υποψηφίων και η έλλειψη σωστού σχεδιασμού οδήγησαν στην εκλογική αποτυχία. Ο ίδιος ο Τραμπ, ωστόσο, προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σημασία της ήττας και δεν έδειξε πρόθεση να αλλάξει σημαντικά την κυβερνητική του ομάδα ή τις βασικές πολιτικές του επιλογές. Παράλληλα, στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων έχουν αρχίσει να διατυπώνονται επικρίσεις κατά του υπουργού Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ, στον οποίο ορισμένα στελέχη επιχειρούν να επιρρίψουν ευθύνες για τον πόλεμο με το Ιράν. Ο Τραμπ παραδέχτηκε ότι δέχεται τηλεφωνήματα από πρόσωπα που εκφράζουν δυσαρέσκεια για τον Χέγκσεθ, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν προτίθεται να τον απομακρύνει από τη θέση του. Η σύγκρουση αυτή αποκαλύπτει ένα βαθύ χάσμα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι εξακολουθούν να στηρίζουν την πολιτική του Τραμπ και, από την άλλη, όσοι θεωρούν ότι χρειάζεται μια νέα κατεύθυνση. Το βασικό ερώτημα είναι ποιος θα αναλάβει την ηγεσία του κόμματος στο μέλλον και ποια πολιτική στρατηγική θα ακολουθηθεί στις εκλογές του 2028.
Εσωκομματικές διαφωνίες και στους Δημοκρατικούς
Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να αξιοποιήσουν τη σαρωτική νίκη τους στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, γνωστή ως «μπλε κύμα», προκειμένου να ανατρέψουν βασικές πολιτικές επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ και να διαμορφώσουν νέα πολιτική ατζέντα στις ΗΠΑ. Οπως σημείωναν οι «Financial Times», η εκλογική επικράτηση ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση του κόμματος, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε την πρόκληση της διατήρησης της εσωκομματικής ενότητας. Ο Χακίμ Τζέφρις, που αναμένεται να αναλάβει την προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων, καλείται να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ της αριστερής πτέρυγας, στην οποία ανήκει η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές, και των πιο μετριοπαθών στελεχών. Στις βασικές προτεραιότητες των Δημοκρατικών περιλαμβάνονται η αντιμετώπιση της ακρίβειας, η επανεξέταση των δασμών Τραμπ και η ενίσχυση των προγραμμάτων υγειονομικής περίθαλψης. Ωστόσο, υπάρχουν διαφωνίες για ριζοσπαστικές προτάσεις, όπως το Medicare for All, που προβλέπει εκτεταμένη κρατική κάλυψη της υγείας. Παράλληλα, αναμένεται να ενταθούν οι κοινοβουλευτικές έρευνες για καταγγελίες διαφθοράς που αφορούν στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ. Διχασμό προκαλεί, ωστόσο, το ενδεχόμενο κίνησης για παραπομπή του Αμερικανού προέδρου, καθώς αρκετά στελέχη φοβούνται ότι μια τέτοια στρατηγική θα εκληφθεί ως πολιτική εκδίκηση. Την ίδια ώρα, το κόμμα στρέφει ήδη το βλέμμα στις προεδρικές εκλογές του 2028. Μεταξύ των πιθανών διεκδικητών συγκαταλέγονται οι κυβερνήτες Γκάβιν Νιούσομ, Τζέι Μπι Πρίτσκερ και Τζος Σαπίρο, καθώς και η Οκάσιο-Κορτές και ο Τζον Οσοφ. Το μεγάλο στοίχημα για τους Δημοκρατικούς είναι να μετατρέψουν την εκλογική νίκη σε ουσιαστικές αλλαγές, χωρίς να υπονομεύσουν την ενότητά τους, κάτι που για πολλούς αναλυτές θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο.
Τα νέα δεδομένα στην εξωτερική πολιτική
Η ανάκτηση του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς δημιουργεί νέα δεδομένα για την εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς όμως να περιορίζει αποφασιστικά τις προεδρικές του εξουσίες. Ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα για τον Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ έχει παραδεχτεί ότι η σύγκρουση συνέβαλε στην εκλογική υποχώρηση των Ρεπουμπλικάνων, κυρίως λόγω της αύξησης των ενεργειακών τιμών. Παρά τις στρατιωτικές δυνατότητες που εξακολουθεί να διαθέτει, η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία των Δημοκρατικών μπορεί να αυξήσει το πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας νέας επιχείρησης, ενισχύοντας τις πιέσεις για διπλωματική διευθέτηση. Στο Ουκρανικό, η νίκη των Δημοκρατικών δημιουργεί προσδοκίες για αυστηρότερο έλεγχο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία. Το Κογκρέσο μπορεί να επηρεάσει τη στρατιωτική βοήθεια και τις κυρώσεις, ωστόσο ο Τραμπ διατηρεί σημαντικό έλεγχο στις διπλωματικές και επιχειρησιακές αποφάσεις. Η προσέγγισή του προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία στο Κίεβο και στους Ευρωπαίους συμμάχους.
Η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών εντείνει την αβεβαιότητα στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ. Η εξασθένηση της διακομματικής υποστήριξης, οι αντιδράσεις για τον πόλεμο στη Γάζα και η ανακοίνωση Τραμπ για διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας δημιουργούν νέα δεδομένα. Ισραηλινοί αναλυτές προειδοποιούν ακόμη και για περιορισμό της αμυντικής και διπλωματικής συνεργασίας. Στις σχέσεις με το Πεκίνο ο Τραμπ αναμένεται να επιδιώξει εμπορικές συμφωνίες, χωρίς να εγκαταλείψει την πολιτική των δασμών. Η νέα κοινοβουλευτική ισορροπία δεν του αφαιρεί αυτομάτως τη δυνατότητα επιβολής εμπορικών μέτρων, αλλά ενδέχεται να ενισχύσει τον έλεγχο των επιλογών του. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προετοιμάζονται για μικρότερη αμερικανική συνεισφορά στην ασφάλεια και μεγαλύτερη εμπορική αβεβαιότητα.
