Ζούμε εκτός Ιστορίας

Δεν δυσκολεύεσαι μόνο να συναντήσεις γνωστό από τα παλιά άνθρωπο στον δρόμο, αλλά να αναγνωρίσεις ακόμα και τα σπίτια, τα καταστήματα και τους περισσότερους δημόσιους χώρους

Η φράση ανήκει στον αδελφικό μου φίλο, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, κορυφαίο βιβλιοκριτικό. Ειπώθηκε με αφορμή μία συζήτησή μας για την καθολική μετάλλαξη που έχουν υποστεί οι προσφυγικές συνοικίες στις οποίες γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, ο Βύρωνας και η Καισαριανή.

Εκεί όπου πλέον εδώ και δεκαετίες δεν δυσκολεύεσαι μόνο να συναντήσεις γνωστό από τα παλιά άνθρωπο στον δρόμο, αλλά να αναγνωρίσεις ακόμα και τα σπίτια, τα καταστήματα και τους περισσότερους δημόσιους χώρους. Για να μη μιλήσουμε για την ατμόσφαιρα, τον αέρα του περιβάλλοντος, φυσικού και κοινωνικού. Επειδή δεν περιήλθαμε, όπως συμβαίνει συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, στην αθεράπευτη νοσταλγία στο κατώφλι της τρίτης ηλικίας (!), καταλήξαμε ότι στην κατάσταση αυτή έχει περιέλθει δυστυχώς ολόκληρη η χώρα μας. Οι πόλεις μας ακολουθούν με συνέπεια και επιμονή τον κανόνα που τις οδηγεί σε μία ομοιόμορφη «πολυκατοικιακής» αισθητικής ασχήμια, με ελάχιστα στοιχεία πλέον να θυμίζουν το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν τους.

Το ερώτημα που προέκυψε αβίαστα είναι πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να έχουν την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, όταν στο περιβάλλον που γεννιούνται, ανατρέφονται και δραστηριοποιούνται, τίποτα δεν τους επιτρέπει να συνδεθούν με το παρελθόν; Από πού και από τι να πιαστούν για να: υποψιαστούν, αναρωτηθούν, εκπλαγούν, συγκινηθούν, οργιστούν, σκεφτούν και κυρίως νιώσουν στο πετσί τους ότι όλα αυτά γύρω τους τους αφορούν στο δικό τους παρόν και στο μέλλον των παιδιών τους; Κάπως έτσι χάνεται το κορδόνι που μας συνδέει με όλα όσα αυταπόδεικτα έχουν προσδιορίσει την ταυτότητά μας, προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική και εθνική. Με χαμένη την ταυτότητα πώς και κατά πού να πορευτούμε; Και με πεσμένη κάτω τη «σκυτάλη» που λάβαμε στην πιο αποτυχημένη αλλαγή που έχει γίνει ποτέ στην ιστορία του καθημερινού «στίβου» σε μία πατρίδα, πώς να αισθανθούμε την αξία όσων καλούμαστε να μεταφέρουμε;

Εδώ είναι που οι ασυνέχειες αυτές αρχίζουν να έχουν σοβαρές και θλιβερές επιπτώσεις. Γιατί όσο και αν ακούγεται οξύμωρο, όταν αγνοείς το παρελθόν, δεν μπορείς να κατανοήσεις το παρόν και αδυνατείς να σχεδιάσεις το μέλλον. Το έχουν διατυπώσει με θαυμάσιος τρόπους οι πιο σπουδαίοι διανοητές και καλλιτέχνες και το έχουν εφαρμόσει όλα τα έθνη με αυτοεκτίμηση λόγω της αυτογνωσίας τους. Ενας περίπατος στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις θα σας έχει ήδη πείσει περί αυτού. Στα δικά μας, η καταστροφή αυτή, που δεν αφορά προφανώς μόνο το οικιστικό-πολεοδομικό τοπίο των πόλεων μας, έχει ρημάξει ταυτοχρόνως τα αντανακλαστικά πολιτών και πολιτικών. Εμείς, επειδή δεν έχουμε συναίσθηση του μεγέθους της τραυματικής απώλειας που μας περιβάλλει, δεν μπορούμε ούτε να τις προσδιορίσουμε ούτε να τους ζητήσουμε τις ευθύνες γι’ αυτό. Ως εκ τούτου και εκείνοι πορεύονται… ανεύθυνα, διότι δεν πρόκειται να λογοδοτήσουν ποτέ και σε κανέναν. Σμπαραλιασμένοι προχωράμε από κεκτημένες ταχύτητες εξυπηρέτησης επιβιωτικών αναγκών ή συμφερόντων μεγάλου πλουτισμού.

Η τραγωδία μας είναι ότι οι πιο σμπαραλιασμένοι από εμάς είναι οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες μας, οι οποίοι αδυνατούν είτε να εξεγερθούν είτε να εμπνευστούν από μία τέτοιας έκτασης και έντασης τραγωδία. Μπας και εξασφαλίζαμε τη συνέχεια έστω ως έργο-μνημείο, αν δεν είμαστε για τίποτα πιο ζωντανό πλέον εντός Ιστορίας…