Παρίσι και Αθήνα στον ίδιο κατήφορο

Ο Μακρόν αποδείχθηκε ακόμη μία μαϊμού της πολιτικής, όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Επρεπε να περάσουν σχεδόν δέκα ολόκληρα χρόνια για να καταλάβουν οι Γάλλοι πως τα ηνία της χώρας τους τα κρατούν επικίνδυνοι ερασιτέχνες, που εναγκαλίζονται με τον αυταρχισμό σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την εξουσία που σχεδόν τους χαρίστηκε το 2017, καθώς όλο το μιντιακό και επιχειρηματικό σύστημα, εντός και εκτός Γαλλίας, έβλεπε στο πρόσωπο του Μακρόν ακόμη έναν Μεσσία.

Ομως ο Μεσσίας της Γαλλίας αποδείχθηκε ακόμη μία μαϊμού της πολιτικής, όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Ελλάδα. Βουτηγμένοι και οι δύο στα σκάνδαλα, πολιτικά αναξιόπιστοι και ηθικά έκπτωτοι, επιχειρούν με fake news, με πυροτεχνήματα και, ενίοτε, με την κατασκευή εσωτερικών εχθρών να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη, ώστε να διασώσουν το κακομούτσουνο πολιτικό τους προσωπείο.

Οταν η πραγματικότητα γίνεται γι’ αυτούς ασφυκτική, είτε με την εξέγερση των νεόπτωχων στη Γαλλία είτε με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, που υπονομεύει τα ελληνικά συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο και επαναφέρει στο προσκήνιο τις σοβαρές ευθύνες της ελληνικής κυβέρνησης, η επικοινωνία επιστρατεύεται ως υποκατάστατο της πολιτικής και η πόλωση ως μέσο επιβίωσης.

Οπως ο ένας, έτσι κι ο άλλος, αντί για ουσιαστικές λύσεις, προσφέρουν θέαμα. Αντί για λογοδοσία, κατασκευάζουν ενόχους και αντί για την αλήθεια, ένα αφήγημα, ως συνήθως κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους. Μόνο που η επικοινωνιακή διαχείριση έχει ημερομηνία λήξης, όπως και οι πλασματικές δημοσκοπήσεις.

Καμία επικοινωνιακή φούσκα δεν παραμένει αιωνίως στον αέρα. Κανένας άχρηστος, κανένας αποτυχημένος δεν έχει επιβιώσει για πολύ στις παρυφές της εξουσίας, κουνώντας καθρεφτάκια στους ιθαγενείς. Οταν η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει, η εμπιστοσύνη καταρρέει και η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική προπαγάνδα και τη ζωή των πολιτών γίνεται ολοένα πιο χαώδης, όπως στην Αλβανία, στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Ισπανία ή στη Γαλλία, που σε τίποτα δεν θυμίζει τη χώρα που παρέδωσαν οι Γάλλοι στον σημερινό ένοικο του Ελιζέ, τότε το τσουνάμι της λαϊκής δυσαρέσκειας, αργά ή γρήγορα, θα συμπαρασύρει όλους εκείνους που πίστεψαν ότι η εξουσία είναι προσωπικό τους φέουδο και όχι μια διαρκής δοκιμασία εμπιστοσύνης.

Με την αίσθηση ότι το κοινωνικό συμβόλαιο έχει διαρραγεί και η εξουσία ασελγεί πάνω σε θεμελιώδη δικαιώματα, την ώρα που αθετεί βασικές υποχρεώσεις της απέναντι στους πολίτες, οι Γάλλοι ξαναβγήκαν στους δρόμους. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις ανέδειξαν την ευρύτερη δυσαρέσκεια, ενεργοποιώντας τα «Κίτρινα Γιλέκα», φοιτητές και μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Η οργή ξεχειλίζει για την τροχιά παρακμής στην οποία έθεσε ο Εμανουέλ Μακρόν τις ζωές τους, αλλά και τη χώρα. Η επινόηση πως οι εξεγέρσεις των Γάλλων είναι έργο των «εχθρών της δημοκρατίας» και άλλες ιστορίες για αγρίους σκοντάφτουν πάνω στην πραγματικότητα: στη συνεχιζόμενη μείωση της αγοραστικής δύναμης, στη στασιμότητα των εισοδημάτων, στο δημόσιο χρέος που υπερδιογκώθηκε, στην κατάρρευση της δημόσιας εκπαίδευσης και του δημόσιου υγειονομικού συστήματος, στην υπόσχεση ενός «start-up nation» που έχει την κατάληξη του «Τιτανικού».

Στην Ελλάδα το είδαμε το έργο πολύ πριν από τους Γάλλους. Η υπόσχεση της κανονικότητας μετατράπηκε σε άλλοθι για την αδιαφάνεια. Το επιτελικό κράτος έγινε συνώνυμο της ασυδοσίας και κάθε κρίση ακόμη μία απόδειξη της κυβερνητικής ανεπάρκειας και της απουσίας λογοδοσίας. Από τις υποκλοπές και τα Τέμπη μέχρι τις αγροτικές κινητοποιήσεις, την ακρίβεια και τις διαρκείς αποκαλύψεις σκανδάλων που μένουν ατιμώρητα, η ίδια συνταγή επαναλαμβάνεται: υποβάθμιση των ευθυνών, αποπροσανατολισμός της συζήτησης με τη βοήθεια των περισσότερων ΜΜΕ, που αποδεδειγμένα λειτουργούν πια ως τηλεβόες κομματικών ή επιχειρηματικών συμφερόντων, αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων και μια κυβέρνηση που τα έχει γραμμένα όλα κι όλους στα παλαιότερα των υποδημάτων της και δείχνει να ανησυχεί περισσότερο για τις «δουλίτσες» της και την εικόνα της, παρά για τα οξυμένα προβλήματα της κοινωνίας, τα οποία διογκώνονται μέρα με τη μέρα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης οικοδόμησε το πολιτικό του αφήγημα πάνω στην υπόσχεση μιας σύγχρονης, ευρωπαϊκής Ελλάδας, απαλλαγμένης από τις παθογένειες του παρελθόντος. Ομως η ευρωπαϊκή ταυτότητα μιας χώρας δεν κρίνεται από τα συνέδρια των επενδυτών, τις παρουσιάσεις οικονομικών δεικτών που καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα, ή τις υποκριτικές φιλοφρονήσεις των διεθνών οίκων. Κρίνεται από το αν ο εργαζόμενος μπορεί να βγάλει τον μήνα, αν οι νέοι μας μπορούν να νοικιάσουν ένα σπίτι, αν ο ασθενής βρίσκει αξιοπρεπή περίθαλψη στο δημόσιο νοσοκομείο και αν ο πολίτης μπορεί να εμπιστευτεί ότι οι θεσμοί λειτουργούν χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις και δύο μέτρα και δύο σταθμά. Παρομοίως και στη Γαλλία!

Οταν, λοιπόν, το προσωπείο του τεχνοκράτη εκσυγχρονιστή καταρρέει, το μόνο που απομένει είναι η ελεεινή αλαζονεία μιας κατάπτυστης ηγετικής ομάδας σε αποσύνθεση. Παρίσι και Αθήνα βιώνουν πλέον, παράλληλα αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο, το ίδιο νομοτελειακό φινάλε: την αμείλικτη πρόσκρουση του συστηματικού εμπαιγμού πάνω στην οργή μιας κοινωνίας που αρνείται να εξαπατηθεί άλλο. Η Ιστορία διδάσκει πως κανένας καθεστωτικός ελιτισμός δεν άντεξε για πάντα απέναντι στη συλλογική αξιοπρέπεια. Και για τους δύο γυμνούς δήθεν βασιλιάδες ο χρόνος του πολιτικού τους τέλους δεν πλησιάζει απλώς· έχει ήδη αρχίσει να μετρά αντίστροφα.