Σύνδεση της επίσκεψης στην Αθήνα του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και του 6ου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας – ΗΠΑ με την απευθείας ανάθεση μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων σε αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες προωθεί το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Η αμερικανική πρωτοβουλία φημολογείτο, επί πολλούς μήνες, στο διπλωματικό παρασκήνιο ως αναμενόμενη απαίτηση-αντίβαρο της Ουάσινγκτον στα συμβόλαια 9,8 δισεκατομμυρίων € σε γαλλικές εταιρίες και στα 6,3 δισ. € σε αντίστοιχες ισραηλινές που έχει υπογράψει η παρούσα κυβέρνηση από το 2019 ως πρόσφατα.
Ομως, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο διορισμένος, εξωκοινοβουλευτικός υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχουν αιφνιδιαστεί πλήρως από την πλέον πραγματική (και όχι απλά φημολογούμενη) τακτική της αμερικανικής πλευράς. Η συζήτηση περί εξοπλιστικών προγραμμάτων και, κυρίως, η δρομολόγηση συγκεκριμένων ελληνικών αποφάσεων θεωρείται πια από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ το κυριότερο από τα λεγόμενα «παραδοτέα» των επαφών στην Αθήνα την προσεχή εβδομάδα. Μέχρι πρότινος, το Μαξίμου ήλπιζε ότι η ενδεχόμενη επίσκεψη του κ. Ρούμπιο θα είχε μόνον επικοινωνιακή διάσταση με τις φωτογραφίσεις χειραψιών και εναγκαλισμών («photo opportunities») για προεκλογική εκμετάλλευση.
Τελικά, ο κ. Μητσοτάκης βρίσκεται ενώπιον μιας πολύ δύσκολης απόφασης, επειδή η -όποια- επιλογή του θα έχει βαρύ πολιτικό κόστος σε μια κρίσιμη συγκυρία. Αφενός, η ξαφνική ανακοίνωση ανάθεσης συμβολαίων υψηλής αξίας στις ΗΠΑ (μόνον πέντε εβδομάδες μετά τα συμβόλαια 3,1 δισ. € με το Ισραήλ για τον θόλο αεράμυνας) θα προκαλέσει σοκ σε μια κοινωνία που ήδη ταλαιπωρείται από την ακρίβεια και την πτώση του βιοτικού επιπέδου της, εν όψει και ενός δύσκολου χειμώνα. Αφετέρου, η απόρριψη του αμερικανικού αιτήματος θα επηρέαζε σοβαρότατα το κλίμα με την Ουάσινγκτον σε μια περίοδο που εξελίσσονται οι σχεδιασμοί για το «ΝΑΤΟ 3.0», αξιολογείται η στάση των συμμάχων στους πολέμους της Ουκρανίας και του Ιράν και επικρατεί ακραία αβεβαιότητα για τις ευαίσθητες σχέσεις Αθήνας – Αγκυρας.
Υπενθυμίζεται ότι, παρά τις εκκλήσεις της κυβέρνησης από τον Ιούνιο του 2024 ως την άνοιξη του 2025, η Ουάσινγκτον δεν κατάφερε να αποτρέψει την επιθετική στάση της Αγκυρας κατά των βυθομετρικών ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ («καλώδιο» GSI). Επίσης, αν και η Αγκυρα απέχει ακόμα από την επανένταξή της στο πρόγραμμα των F-35, ο κ. Ρούμπιο έχει αναφέρει ευθέως στον κ. Γεραπετρίτη, από τον Ιούνιο του 2025, πως ούτε ο ίδιος ούτε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συμμερίζονται το επιχείρημα περί διατάραξης της ισορροπίας ισχύος μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας και δεν δεσμεύονται από τις ανάλογες ελληνικές εκτιμήσεις για το Αιγαίο και τη Μεσόγειο.
Παράλληλα, ανεξάρτητα από τις αξιολογήσεις τους για τα πιεστικά προβλήματα που αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας (και τον αντίκτυπό τους στις προσεχείς εκλογές), οι αρμόδιοι αξιωματούχοι της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα δεν έχουν διάθεση κατανόησης των αντεπιχειρημάτων της κυβέρνησης. Προτιμούν να βάζουν στο τραπέζι τις -κατά την άποψή τους- «μη τηρηθείσες» υποσχέσεις (προσωπικά και από τον κ. Μητσοτάκη) ότι η ελληνική συμμετοχή στα νέα αμυντικά και βιομηχανικά προγράμματα της Ε.Ε. δεν θα κατέληγε σε αποκλεισμό των συστημάτων αμερικανικής κατασκευής.
Σε αυτό το πλαίσιο, το σκεπτικό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι ότι -με την ευκαιρία της επίσκεψης Ρούμπιο- τα συμβόλαια σε εταιρίες των ΗΠΑ θα είναι μεν αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά, πρώτον, θα προσφερθεί χρονοδιάγραμμα πληρωμής σε ετήσιες δόσεις. Και, δεύτερον, θα καλύψουν πραγματικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων (σε προγράμματα υποστήριξης, καθώς και προμήθεια πυραύλων και άλλων όπλων) για τα επόμενα, πολλά χρόνια.
Η μεγάλη διαφορά, σε σύγκριση με το παρελθόν, είναι ότι η Ουάσινγκτον ζητεί τη δέσμευση του κ. Μητσοτάκη «εδώ και τώρα» αντί της μετακύλισης των αποφάσεων σε χρόνο μετά τη λήξη της θητείας του και αντί των μελλοντικών τμηματικών παραγγελιών από τις τότε κυβερνήσεις. Επίσης, παρά τα ωραία λόγια περί διεθνούς επιρροής του πρωθυπουργού, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αρνείται να χορηγήσει άδειες εξαγωγών για ορισμένα, πιο σύγχρονα συστήματα που ζητεί η Αθήνα.
Σε κάθε περίπτωση, έχει δημιουργηθεί μια τραγελαφική κατάσταση. Η αμερικανική πλευρά ακολουθεί λογική ανταλλαγμάτων ακόμα και για συνήθεις επαφές με μία συμμαχική χώρα, ενώ τα προηγούμενα χρόνια ήταν απολύτως θεμιτό και φυσιολογικό το αντίθετο: η Ελλάδα ζητούσε και εξασφάλιζε υποστήριξη από τις ΗΠΑ για τις αμυντικές ανάγκες της, με πολύ ευνοϊκούς όρους.
Ακόμα και αν δεν γίνει σύγκριση με το σχετικά μακρινό παρελθόν (π.χ. εξασφάλιση μεγάλων ανταλλαγμάτων από τους Κων. Μητσοτάκη και Αντ. Σαμαρά για την ανανέωση της Συμφωνίας MDCA για τις βάσεις το 1990), αποδεικνύονται κατεξοχήν λανθασμένες πολλές αποφάσεις του σημερινού πρωθυπουργού μόλις στα λίγα προηγούμενα χρόνια. Μεταξύ άλλων, το φθινόπωρο του 2019 (πρώτη θητεία Τραμπ), όταν ο κ. Μητσοτάκης δεν ζήτησε τίποτα απολύτως για την τότε ανανέωση της MDCA. Και τον Δεκέμβριο του 2023 (επί διοίκησης Μπάιντεν), όταν απέρριψε εξαιρετικά συμφέρον αμυντικό δάνειο $2,2 δισ. από τις ΗΠΑ. Ασφαλώς, έκθετος είναι ο κ. Μητσοτάκης και με τη στάση του, τον Ιανουάριο του 2024, όταν χαρακτήρισε «σημαντική ημέρα για την εθνική μας άμυνα και για την ελληνική διπλωματία» την επιστολή του τότε υπουργού Εξωτερικών Αντονι Μπλίνκεν για την προσφορά μεταχειρισμένου, πλεονάζοντος αμυντικού υλικού που αποδείχθηκε «σάπιο» και απορρίφθηκε. Το λάθος (ή η ψηφοθηρική υπερβολή) του πρωθυπουργού ήταν τέτοιου μεγέθους, ώστε ο σημερινός υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ φέρεται ότι έχει σχολιάσει τη μηδενική αξία της επιστολής Μπλίνκεν (και, εμμέσως, την τότε αξιολόγηση του Μαξίμου) με μια φράση του τύπου «μα, πώς γράφτηκε κάτι τέτοιο;»
Στο καλύτερο σενάριο για τα ελληνικά συμφέροντα, η απόρριψη, εκ μέρους του κ. Μητσοτάκη, των προτάσεων Ρούμπιο για «εξοπλιστικό πακέτο» θα έχει ως συνέπεια την -ακόμα βαθύτερη- υποβάθμιση της χώρας στους σχεδιασμούς και στις προτεραιότητες της διοίκησης Τραμπ. Στο δε χειρότερο σενάριο, είτε σκόπιμα είτε διά της απλής παράλειψης πολιτικών παρεμβάσεων στην αργή υπηρεσιακή γραφειοκρατία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του Πενταγώνου και των αρμόδιων Επιτροπών του Κογκρέσου, ίσως καθυστερήσει η υλοποίηση των συμβολαίων του «Θόλου του Αχιλλέα». Γιατί βασικός όρος των συμβολαίων Ελλάδας – Ισραήλ είναι ότι πολλά τμήματα του συστήματος αεράμυνας David Sling, της Rafael, θα παραδίδονται μόνον κατόπιν εγκρίσεων από την αμερικανική κυβέρνηση, αφού τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας ανήκουν στη Raytheon και σε άλλες εταιρίες των ΗΠΑ. Αλλωστε, πέρα από τις σαφείς νομικές δεσμεύσεις σε πολιτικό-διπλωματικό επίπεδο, υπάρχει το προηγούμενο του συμβολαίου του David Sling στη Φινλανδία μόνον κατόπιν της εγκρίσεως της Ουάσινγκτον το 2023.
Στην περίπτωση αυτού του χειρότερου σεναρίου για την ελληνική παραγγελία, οι καθυστερήσεις θα επηρεάσουν, προσωρινά, και τις πολλές εγχώριες εταιρίες που προγραμματίζεται να εκτελέσουν υποκατασκευαστικό έργο πολλών εκατομμυρίων ευρώ.

