Ο «αόρατος» ανδριάντας του Χρυσοστόμου Σμύρνης – Το μνημείο που χώρεσε τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τη Θράκη

Στις 25 Οκτωβρίου 1936, Κυριακή, αποκαλύφθηκε πίσω από τη Μητρόπολη Αθηνών το έργο του Κώστα Δημητριάδη. Ο προσφυγικός έρανος, το βιβλίο που χρηματοδότησε τον ανδριάντα και τη μετατροπή του σε συλλογικό μνημείο της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Θράκης

Πίσω από τον μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία του ιστορικού κέντρου της πρωτεύουσας, στέκεται μια μαρμάρινη μορφή που οι περισσότεροι προσπερνούν χωρίς να την κοιτάξουν.

Ο ιεράρχης έχει υψωμένο το κεφάλι. Το ένα χέρι ακουμπά στο στήθος και το άλλο ανοίγεται προς τα έξω. Δεν κρατά σύμβολο εξουσίας, δεν ευλογεί το πλήθος, δεν παριστάνεται ως θριαμβευτής. Είναι ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος Καλαφάτης, λίγο πριν περάσει από την Ιστορία στο μαρτύριο και από το μαρτύριο στη συλλογική μνήμη.

Τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα έγιναν την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1936, στις 10:30 το πρωί. Ακριβώς ενενήντα χρόνια αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου 2026, η ημερομηνία πέφτει και πάλι Κυριακή.

Η σύμπτωση μοιάζει με πρόσκληση να σταθούμε για λίγο απέναντι από το μνημείο, για να διαβάσουμε τη… βιογραφία του ίδιου του ανδριάντα: Ποιοι αποφάσισαν να τον στήσουν, πώς συγκεντρώθηκαν τα χρήματα, γιατί τα αποκαλυπτήρια ήταν τόσο λιτά και πώς ένα μνημείο αφιερωμένο αρχικά σε έναν άνθρωπο κατέληξε να χωρέσει πάνω στην πέτρα του τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τη Θράκη.

Η Κυριακή των αποκαλυπτηρίων

Το πρωινό της 25ης Οκτωβρίου 1936, πίσω από τη Μητρόπολη Αθηνών, συγκεντρώθηκαν εκκλησιαστικοί, πολιτικοί εκπρόσωποι, Σμυρναίοι πρόσφυγες και άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τον Χρυσόστομο.

Τον ανδριάντα αποκάλυψε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α’. Παρέστησαν, μεταξύ άλλων, οι μητροπολίτες Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβος και Σισανίου και Σιατίστης Διόδωρος, ο υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος, ο δήμαρχος Αθηναίων Αμβρόσιος Πλυτάς και ο Ξενοφών Στελλάκης, πρόξενος της Ελλάδας στη Σμύρνη κατά την περίοδο της Καταστροφής.

Η τελετή δεν είχε το χαρακτήρα μεγάλης εκδήλωσης· δεν εκφωνήθηκαν λόγοι, ακούστηκε μονάχα ένας εκκλησιαστικός ύμνος και ακολούθησε ο Εθνικός Ύμνος. Ο αρχιεπίσκοπος κατέθεσε στεφάνι και τράβηξε το κάλυμμα του ανδριάντα μπροστά στους συγγενείς, στους φίλους και στους πρόσφυγες που είχαν συγκεντρωθεί.

                                                  Στιγμιότυπο από την τελετή των αποκαλυπτηρίων (πηγή: Έθνος, 26 Οκτωβρίου 1936)

                                                      Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α’ στην τελετή  (πηγή: Ο Τύπος, 26 Οκτωβρίου 1936)

Οι εφημερίδες έγραψαν για τη συγκίνηση της στιγμής, αλλά η προβολή ήταν σαφώς μικρότερη από εκείνη που είχε γνωρίσει η προσπάθεια ανέγερσης του μνημείου στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Η δημόσια σιωπή γύρω από την τελετή αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια της ιστορίας του.

Πού έπρεπε να στηθεί η μνήμη;

Η ιδέα για την ανέγερση ανδριάντα του Χρυσοστόμου είχε αρχίσει να μπαίνει στον δημόσιο λόγο ήδη από το 1927, μόλις πέντε χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Όμως από την αρχή τέθηκε ένα κρίσιμο ερώτημα: Πού έπρεπε να βρίσκεται το μνημείο;

Υπήρχαν προτάσεις να τοποθετηθεί στη Δράμα ή στην Καβάλα, σε πόλεις της Μακεδονίας όπου είχαν εγκατασταθεί χιλιάδες πρόσφυγες.

Ο δε στρατηγός Λεωνίδας Παρασκευόπουλος υποστήριζε ότι ο ανδριάντας έπρεπε να στηθεί στην Αθήνα, σε έναν χώρο αντίστοιχου συμβολισμού με εκείνον του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’.

Η εφημερίδα Προσφυγικός Κόσμος, από την άλλη πλευρά, πρότεινε τη Νέα Σμύρνη: τη νέα πόλη που επιχειρούσε να κρατήσει ζωντανό το όνομα και τη μνήμη της παλιάς. Πράγματι, το 1965, στις 15 Νοεμβρίου έγιναν τα αποκαλυπτήρια του (δεύτερου) ανδριάντα· το έργο του Θανάση Απάρτη τοποθετήθηκε στην Πλατεία Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου.

Η όλη συζήτηση πάντως έδειχνε τη δυσκολία της εποχής να αποφασίσει σε ποιον ανήκε η μνήμη της Σμύρνης. Στους ίδιους τους πρόσφυγες; Στην Εκκλησία; Στην Αθήνα ως πρωτεύουσα του κράτους; Ή στις νέες προσφυγικές πόλεις που χτίζονταν γύρω από αυτήν;

Τελικά επιλέχθηκε ο χώρος της Μητρόπολης Αθηνών, με τον ανδριάντα να βρίσκεται σήμερα πίσω από τον καθεδρικό ναό.

Η επιτροπή και η ποντιακή παρουσία

Επικεφαλής της ερανικής επιτροπής ήταν ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α’ και γραμματέας ο τραπεζίτης και λόγιος Σπυρίδων Λοβέρδος.

Στην επιτροπή συμμετείχαν άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτικούς, εκκλησιαστικούς και κοινωνικούς χώρους: ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, ο πανεπιστημιακός Στυλιανός Σεφεριάδης, ο Μιχαήλ Αργυρόπουλος, ο Αντώνιος Αθηνογένης, ο Αλέξανδρος Πετρίδης και ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Σπανούδης.

Σημαντικές προσωπικότητες αναμφίβολα, αλλά η παρουσία του Χρύσανθου Τραπεζούντος έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η ποντιακή διάσταση δεν προστέθηκε εκ των υστέρων στην ιστορία του μνημείου. Ο ξεριζωμένος Πόντος και η κατεστραμμένη Ιωνία αναγνώριζαν ο ένας στον άλλον μια κοινή εμπειρία απώλειας.

Ο Χρύσανθος είχε άλλωστε γνωρίσει και ο ίδιος την κατάρρευση μιας ιστορικής μητρόπολης, το διωγμό και την προσφυγιά. Η συμμετοχή του συνέδεε εξαρχής τον Χρυσόστομο με τον ευρύτερο χώρο του μικρασιατικού ελληνισμού.

Ένα βιβλίο χρηματοδοτεί έναν ανδριάντα

Η πιο πρωτότυπη πλευρά του εράνου ήταν η έκδοση ενός βιβλίου. Ο Σπυρίδων Λοβέρδος συνέγραψε το έργο Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, το οποίο κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1929. Την εικαστική επιμέλεια –την εικόνα, τους τίτλους, τα αρχικά γράμματα και τα κοσμήματα των σελίδων– ανέλαβε ο Κωστής Παρθένης.

Τα έσοδα από τις πωλήσεις προορίζονταν για την ανέγερση του ανδριάντα. Σύμφωνα με τη σχετική έρευνα, τυπώθηκαν 10.000 αντίτυπα στην Ελλάδα, ενώ ακολούθησε δεύτερη έκδοση 8.000 αντιτύπων στην Αίγυπτο. Το βιβλίο έφτασε σε σχολεία και ελληνικές κοινότητες, μετατρέποντας τη βιογραφία του μητροπολίτη σε μέσο συγκέντρωσης χρημάτων και κινητοποίησης της διασποράς.

Στη συνεδρίαση της επιτροπής στις 19 Ιουνίου 1930 ανακοινώθηκε ότι είχαν συγκεντρωθεί 1.914.920 δραχμές, χωρίς να υπολογίζονται ακόμη όλες οι προσφορές από το εξωτερικό. Το τελικό ποσό έφτασε περίπου τα 2.500.000 δραχμές.

Από το χαλκό στο πεντελικό μάρμαρο

Η δημιουργία του ανδριάντα ανατέθηκε στον Κωνσταντίνο Δημητριάδη, έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες γλύπτες του Μεσοπολέμου.

Ο Δημητριάδης είχε γεννηθεί το 1879 στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας και είχε ζήσει για περισσότερα από είκοσι χρόνια στο Παρίσι. Το 1924 είχε κερδίσει χρυσό μετάλλιο στον καλλιτεχνικό διαγωνισμό των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού με τον περίφημο «Δισκοβόλο» του. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε καθηγητής και διευθυντής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

Ο ανδριάντας είχε αρχικά σχεδιαστεί να χυτευθεί σε χαλκό, τελικά όμως εκτελέστηκε σε πεντελικό μάρμαρο.

Το γύψινο πρόπλασμα του Δημητριάδη μετέφερε στο μάρμαρο ο γλύπτης Δημήτριος (Μήτσος) Περάκης, ο οποίος κατασκεύασε και το βάθρο. Τη μεταφορά και την τοποθέτηση επέβλεψε ο γλύπτης Φωκίων Ρωκ, τότε επιμελητής της Γλυπτοθήκης και συνεργάτης του Δημητριάδη στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Η πρώτη φωτογραφία μετά την τοποθέτηση του ανδριάντα και ενώ οι εργασίες ήταν ακόμα σε εξέλιξη (πηγή: Αθηναϊκά Νέα, 11 Οκτωβρίου 1936)

Για την ημικυκλική κλιμακωτή βάση χρησιμοποιήθηκε μάρμαρο Κοκκιναρά, ενώ η κόγχη πίσω από τη μορφή κατασκευάστηκε από μάρμαρο Καπανδριτίου. Το ίδιο το μνημείο αποτέλεσε έτσι μια σύνθεση διαφορετικών ελληνικών πετρωμάτων, στην καρδιά μιας πρωτεύουσας που άλλαζε ραγδαία υπό το βάρος της προσφυγικής εγκατάστασης.

Η στιγμή που διάλεξε ο γλύπτης

Ο Δημητριάδης δεν παρουσίασε τον Χρυσόστομο ως ισχυρό εκκλησιαστικό ηγέτη ούτε ως δημόσιο άνδρα της κοσμοπολίτικης Σμύρνης· διάλεξε την ύστατη στιγμή.

Το κεφάλι στρέφεται προς τα πάνω. Το δεξί χέρι ακουμπά στο στήθος, ενώ το αριστερό ανοίγεται με την παλάμη προς τα έξω. Το σώμα δεν αντιστέκεται, αλλά ούτε καταρρέει. Η μορφή μοιάζει να βρίσκεται ανάμεσα στην προσευχή, την αποδοχή και την υπέρβαση.

Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Ο Χρυσόστομος είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει τη Σμύρνη, παρά τις προειδοποιήσεις και τις δυνατότητες διαφυγής. Στις 25 Αυγούστου 1922 είχε απευθύνει την τελευταία δραματική έκκλησή του προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Δύο ημέρες αργότερα παραδόθηκε στο πλήθος και οδηγήθηκε στο μαρτύριο.

Ο μαρμάρινος ανδριάντας στην αυλή του εργαστηρίου του Κωνσταντίνου Δημητριάδη, το 1933 (φωτ.: ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ)

Η ζωντανή μορφή του είχε καταγραφεί ήδη από το 1911, σε σπάνια κινηματογραφικά πλάνα από τη Σμύρνη. Στον ανδριάντα, όμως, η ιστορική προσωπικότητα μετατρέπεται σε σύμβολο. Δεν απεικονίζεται η ζωή του μητροπολίτη, αλλά η στιγμή κατά την οποία η ανθρώπινη μοίρα του ταυτίζεται με τη μοίρα της πόλης του.

Γιατί τα αποκαλυπτήρια έμειναν τόσο λιτά

Τα αποκαλυπτήρια έγιναν λιγότερο από τρεις μήνες μετά την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα προσπαθούσε να διατηρήσει την ελληνοτουρκική προσέγγιση της προηγούμενης δεκαετίας.

Ο ιστορικός Αϊτέκ Σονέρ Αλπάν, ο οποίος μελέτησε την περιπέτεια της μνήμης του μνημείου μέσα από τον Τύπο της εποχής, θεωρεί ότι η απουσία ομιλιών και ο περιορισμένος χαρακτήρας της τελετής πρέπει να ιδωθούν μέσα σε αυτό το πολιτικό και διπλωματικό πλαίσιο.

Ένα μνημείο αφιερωμένο στον μητροπολίτη που είχε θανατωθεί στη φλεγόμενη Σμύρνη μπορούσε εύκολα να ενεργοποιήσει τα τραύματα του 1922 και να αποκτήσει έντονο αντιτουρκικό χαρακτήρα. Η επίσημη γλώσσα της τελετής επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο.

Ο Κωνσταντίνος Σπανούδης παρουσίασε τον Χρυσόστομο όχι ως σύμβολο εκδίκησης, αλλά ως σύμβολο της αγάπης προς την ειρήνη και ως προειδοποίηση να μην επαναληφθούν οι τραγωδίες του παρελθόντος.

Είναι ασφαλές να πούμε ότι το μνημείο «γεννήθηκε» μέσα σε μια αντίφαση: φτιάχτηκε για να κρατήσει ζωντανή μια τραυματική μνήμη, αλλά αποκαλύφθηκε σε μια στιγμή κατά την οποία το κράτος επιθυμούσε να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η μνήμη θα εκφραζόταν δημόσια.

Το 1956 το μνημείο αλλάζει νόημα

Η σημαντικότερη μεταβολή στην ιστορία του ανδριάντα ήρθε είκοσι χρόνια αργότερα, μέσα στο βαρύ κλίμα που ακολούθησε τα Σεπτεμβριανά του 1955.

Το 1956 προστέθηκαν μπροστά του μαρμάρινος βωμός και κανδήλα, ενώ τοποθετήθηκε και ορειχάλκινο στεφάνι, κατασκευασμένο στην Ιταλία. Η κανδήλα και το αρχικό στεφάνι δεν σώζονται σήμερα.

Πάνω στο βωμό χαράχθηκε η επιγραφή:

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ – ΑΙ ΙΕΡΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ, ΠΟΝΤΟΥ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ.

Στις υπόλοιπες πλευρές καταγράφηκαν μητροπόλεις, εκκλησιαστικοί και κοινοτικοί παράγοντες που χάθηκαν κατά τους διωγμούς και την Καταστροφή. Έκτοτε, ο ανδριάντας μετατράπηκε σε Μνημείο των Θυμάτων της Μικρασιατικής Καταστροφής.

(Πηγή: Πολεμικό Μουσείο)

                                                                                                          (Πηγή: Πολεμικό Μουσείο)

Η λέξη «Μικρασιατική» χρησιμοποιήθηκε εδώ με την ευρεία έννοια της συνολικής καταστροφής του ελληνισμού της Ανατολής· η μνήμη δεν περιορίστηκε γεωγραφικά στην Ιωνία, αλλά περιέλαβε τις μητροπόλεις του Πόντου, τις κοινότητες της Θράκης και τους ανθρώπους που μοιράστηκαν την εμπειρία του διωγμού, της εξόντωσης και της προσφυγιάς.

Όταν τραυματίστηκε και το ίδιο το μνημείο

Με το πέρασμα των δεκαετιών, ο ανδριάντας άρχισε να φθείρεται. Η ατμοσφαιρική ρύπανση είχε αλλοιώσει τη μαρμάρινη επιφάνεια, τα δάχτυλα της μορφής είχαν σπάσει, οι επιγραφές είχαν χαραχθεί και το ορειχάλκινο στεφάνι είχε κλαπεί.

Το 1994 η κατάσταση του μνημείου προκάλεσε δημόσιες παρεμβάσεις. Ο Δήμος Αθηναίων υπολόγισε ότι η αποκατάσταση θα απαιτούσε περισσότερα από 4 εκατομμύρια δραχμές.

Με πρωτοβουλία της Ένωσης Σμυρναίων, ο επιχειρηματίας καππαδοκικής καταγωγής Πρόδρομος Εμφιετζόγλου προσέφερε 5 εκατομμύρια δραχμές για τις εργασίες. Τη συντήρηση ανέλαβε το αρμόδιο τμήμα του ΤΕΙ Αθήνας, ενώ νέο ορειχάλκινο στεφάνι φιλοτέχνησε ο γλύπτης και καθηγητής Πραξιτέλης Τζανουλίνος.

Μετά την ολοκλήρωση της αποκατάστασης, το μνημείο αποκαλύφθηκε ξανά στις 18 Απριλίου 1997.

Ο ανδριάντας που η Αθήνα δεν βλέπει

Το μνημείο του Χρυσοστόμου δεν είναι κρυμμένο. Βρίσκεται στην καρδιά της Αθήνας, λίγα βήματα από τη Μητρόπολη, την Πλάκα και τους δρόμους που διασχίζουν καθημερινά χιλιάδες κάτοικοι και επισκέπτες.

Κι όμως παραμένει, κατά έναν τρόπο, αόρατο.

Η πόλη γύρω του άλλαξε. Οι άνθρωποι που είχαν ζήσει τη Σμύρνη έφυγαν. Τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων ενσωματώθηκαν στην αθηναϊκή κοινωνία. Οι επιγραφές έπαψαν να διαβάζονται ως ονόματα γνωστών τόπων και ανθρώπων και άρχισαν να μοιάζουν με κατάλογο ενός μακρινού παρελθόντος.

Το μνημείο το 1966, μετά την προσθήκη του βωμού που το συνέδεσε με τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής και τις μητροπόλεις Μικράς Ασίας, Πόντου και Θράκης (φωτ.: Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών / Αρχείο Γεωργίου Μπακούρου – Λίζας Κουτσαπλή)

Πώς τον βλέπουμε σήμερα (πηγή: Πολεμικό Μουσείο)

Αλλά ο ανδριάντας διατηρεί κάτι που σπάνια συναντάται σε ένα δημόσιο μνημείο. Πάνω του έχουν συσσωρευθεί διαφορετικά στρώματα μνήμης: ο θάνατος του Χρυσοστόμου, η Σμύρνη του 1922, ο προσφυγικός έρανος, η πολιτική αμηχανία του Μεσοπολέμου, τα Σεπτεμβριανά, οι μητροπόλεις του Πόντου και της Θράκης, η φθορά, η λήθη και η αποκατάσταση.


Έξι ημερομηνίες στην ιστορία του ανδριάντα

ΗμερομηνίαΤι συνέβη
1927Συγκροτείται η ερανική επιτροπή για την ανέγερση του ανδριάντα
20 Ιανουαρίου 1929Κυκλοφορεί το βιβλίο του Σπυρίδωνα Λοβέρδου για τον Χρυσόστομο, με έσοδα υπέρ του μνημείου
19 Ιουνίου 1930Η επιτροπή ανακοινώνει ότι έχουν συγκεντρωθεί 1.914.920 δραχμές, χωρίς όλες τις εισφορές της διασποράς
25 Οκτωβρίου 1936Ο ανδριάντας αποκαλύπτεται πίσω από τη Μητρόπολη Αθηνών
1956Προστίθεται ο βωμός και το έργο μετατρέπεται σε μνημείο των θυμάτων της Καταστροφής, με αναφορά σε Μικρά Ασία, Πόντο και Θράκη
18 Απριλίου 1997Γίνονται τα νέα αποκαλυπτήρια μετά την αποκατάσταση του μνημείου
Πηγή : Pontosnews