Πάει κι αυτό το «πανηγυράκι» με τον «διαγωνισμό» για το ποιος θα μας εκπροσωπήσει στην «Εξωβύζιον», συγγνώμη, «Ευρωβύζιον»! Την Κυριακή η χώρα χωρίστηκε πάλι σε τρεις κατηγορίες: σε αυτούς που βλέπουν «διαγωνισμό Γιουροβίζιον», σε αυτούς που λένε ότι δεν βλέπουν αλλά ξέρουν τα πάντα, και σε αυτούς που ορκίζονται ότι «παλιά ήταν καλύτερα», συνήθως από την εποχή της Ελενας Παπαρίζου και πίσω.
Κι έτσι φθάσαμε στο εφετινό… πανηγυράκι. Δεν είναι επίσημος όρος, αλλά τον νιώθεις. Είναι αυτό το ανακάτεμα γκλάμουρ υπερβολής, χορογραφικού συνωστισμού και στιχουργικής δημιουργικότητας που μοιάζει να γράφτηκε στις τρεις το πρωί, έπειτα από στομαχικό άλγος. Ενα θέαμα που δεν ξέρεις αν πρέπει να το πάρεις στα σοβαρά ή να δεις το άλλο «πανηγυράκι», του Παναθηναϊκού με τη Λάρισα!
Το Ευρωπανηγυράκι, πάντως, είχε απ’ όλα! Φώτα που αναβοσβήνουν λες και προσπαθούν να καλέσουν εξωγήινους, κοστούμια που ισορροπούν ανάμεσα σε αποκριάτικο και στην παλαβιάρα μόδα, και ερμηνείες που κινούνται στη λεπτή γραμμή μεταξύ του «το ζω» και του «το παλεύω». Ενα σκηνικό που θυμίζει ηλεκτροπληξία, αλλά με μπάτζετ ευρωπαϊκής επιδότησης!
Και μέσα σε αυτό το κλίμα έρχεται το «Φέρ’ το». Ενα κάτι σαν τραγούδι που από τον τίτλο κιόλας σού δίνει κατεύθυνση. «Φέρ’ το!» Τι; Ποιο; Δεν έχει σημασία. Το μικρόφωνο; Το βραβείο; Το ταλέντο; Το ντέφι; Φέρ’ το γενικώς. Είναι η πιο τίμια ελληνική προστακτική. Δεν ρωτάει, δεν εξηγεί, δεν αναλύει. Απλώς απαιτεί.
Θα μπορούσε -χωρίς να είναι, βέβαια, τραγούδι, αλλά ασκήσεις αναπνοής και γυμναστικής- να θεωρηθεί ελληνική δήλωση αυτοπεποίθησης. Είναι σαν να λέμε: «Δεν θα σας το εξηγήσουμε. Θα σας το χορέψουμε». Εχει εκείνον τον ρυθμό που σε κάνει να κουνάς το κεφάλι χωρίς να είσαι σίγουρος για ποιον λόγο. Σαν εκείνα τα ψεύτικα σκυλάκια που κρεμούσαν παλαιότερα στα αυτοκίνητα.
Στιχουργικά, άσ’ τα να πάνε. Επαναλήψεις, επιφωνήματα, μια δόση ερωτικής αποφασιστικότητας και το απαραίτητο «ωωω» που λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο βαθυστόχαστο και στο «από πού πάνε για το μπαρ;». Κάθε χρόνο αντιμετωπίζουμε το υποψήφιο τραγούδι μας σαν εθνικό ζήτημα. Σαν να πρόκειται να κριθεί η εξωτερική πολιτική της χώρας από το αν θα μπούμε δεκάδα. Συζητήσεις, αναλύσεις για τη χορογραφία, για το αν «είναι αρκετά ελληνικό» ή «αρκετά διεθνές», λες και υπάρχει μάνιουαλ.
Φίλος που ασχολείται με τον «διαγωνισμό» μού είπε τα εξής: «Ολη η υπόθεση, όλη η ομορφιά είναι στο να μπορείς να δεις ένα πανηγυράκι, να σχολιάσεις το “Φέρ’ το” με φίλους, να κάνεις τον ειδικό του καναπέ και μετά -την επόμενη μέρα- να συνεχίσεις κανονικά τη ζωή σου. Χωρίς δραματικές δηλώσεις, χωρίς εθνική έπαρση ή κατάθλιψη». Μπορεί και να έχει δίκιο…
Η ΑΚΙΣ



