Προχθές, που βλέπαμε τις προσπάθειες του Εμμανουήλ Καραλή στο άλμα επί κοντώ, μίλησα στην εγγονή μου για τον θρίαμβο του Σπύρου Λούη. Της διάβασα αποσπάσματα από εφημερίδες της εποχής.
Παιδί φτωχών αγροτών, ο Λούης γεννήθηκε στο Μαρούσι στις 12 Ιανουαρίου 1872. Ο πατέρας του μετέφερε νερό («νερουλάς») και ο Σπύρος τον βοηθούσε κουβαλώντας το νερό με τους κουβάδες. Ο συνταγματάρχης του, ονόματι Παπαδιαμαντόπουλος, ήταν κριτής στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Εκείνος, λοιπόν, παρότρυνε (σχεδόν το επέβαλε) τον Λούη να λάβει μέρος στον Μαραθώνιο. Ο Λούης έδωσε και συνέντευξη μετά τη μεγάλη του νίκη, το 1896.
«Εμείς το πήραμε απόφαση να βγούμε ασπροπρόσωποι. Την Πέμπτη πάλι με τη σούστα στον Μαραθώνα. Οι ξένοι είχαν πάει μ’ αμάξια. Εμείς τη δουλειά μας. Την Παρασκευή που ήταν ο Μαραθώνιος ακόμη πιασμένοι.
Στη μιάμιση, αφού μας είδε όλους ο γιατρός, μας βάζουν στη γραμμή και ρίχνουν την πιστολιά. Φεύγουμε! Οι ξένοι κάνανε πέρα σαν τα πουλιά. Εμείς τρέχαμε με ρέγουλα. Αργήσαμε λιγάκι. Τους λέω “δεν φεύγουμε λίγο, βρε παιδιά;”.Φτάνω στον δρόμο της Ραφήνας κι ώσπου να πάω στο Πικέρμι τους έχασα.
Ο Γρηγορίου έπεσε κάπου εκεί. Στον Μαντρίγκο έφτασα τον Βασιλάκο, που τον είχαν όλοι σίγουρο, και σ’ αυτόν έλπιζαν γιατί ήταν ο καλλίτερος της εποχής. Τον παρακολούθησα εφτά ως οκτώ χιλιόμετρα. Τέταρτος εγώ, πέμπτος ο Βασιλάκος. Σιγά σιγά τον περνούσα. Φτάνω στον Σταυρό, πίνω μια πορτοκαλάδα. Του λέω: “Βασιλάκο εγώ φεύγω, έρχεσαι;”, αλλά δεν τα πολυκατάφερνε.
Τραβάω μπροστά.
Ο Τερμιζώ έπεσε στην Αγιά Παρασκευή. Από κει και πέρα τους περνούσα τους ξένους έναν ένα. Ερχόμουν δεύτερος. Μπροστά πήγαινε ο Αυστραλός. Ανοίγω με τρόπο. Τον φτάνω στη σχολή Χωροφυλακής. Ωμο με ώμο παλέψαμε πολλή ώρα, ώσπου στο τέλος έπεσε κι αυτός. Τραβάω λοιπόν κατά κάτω. Με βλέπει πρώτον ο κακομοίρης ο ταγματάρχης ο Παπαδιαμαντόπουλος και τον πιάνει το μεράκι. Τραβάει το πιστόλι και μπαμ-μπουμ απ’ τον ενθουσιασμό!
“Iσα, Λούη, και τους φάγαμε” μου λέει. “Τους φαγωμένους λογαριάζεις;” του λέω. “Θάρρος!” μου λέει. “Μωρέ τι θάρρος! Τώρα πια; Ενα μαντήλι δώσε μου” του λέω. Μου δίνει ένα μαντήλι και τραβάω κάτω. Φτάνω σιγά σιγά. Ανοίγω. Στου Θων μου δώσανε κρασάκι! Φτάνω Ηρώδου του Αττικού. Από κοντά ο Παπαδιαμαντόπουλος με τ’ άλογο. “Το κουράγιο;” μου λέει. “Πρώτης!” του απαντώ. Μόλις έφτασα έξω από το Στάδιο χαλάει ο κόσμος. “Ζήτω η Ελλάς!”. Μπαίνω μέσα. Πέφτει επάνω μου ο Διάδοχος και με αγκαλιάζει. “Σύρε και κόψε την κλωστή!” μου λέει. “Μωρέ, τι κλωστή; Σκοινί να βάλετε να το κόψω!”».
«Καλά, τον αγκάλιασε ο διάδοχος πριν ο αθλητής κόψει το νήμα; Και δεν ακυρώθηκε;» με ρωτάει η εγγονή. Βρε, τι σου είναι η σημερινή νεολαία!
Η ΑΚΙΣ
