Η παρακολούθηση της λειτουργίας των νεφρών, καθώς και του σωματικού βάρους του Ντιέγκο Μαραντόνα, θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει έγκαιρα τα σημάδια επιδείνωσης της υγείας του κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, ανέφερε νεφρολόγος που κατέθεσε στη δίκη που διερευνά τις συνθήκες θανάτου του θρυλικού ποδοσφαιριστή.
Ο Δρ. Ερνάν Τριμάρκι, καταθέτοντας στη δίκη των επτά επαγγελματιών υγείας που αντιμετωπίζουν κατηγορίες για ενδεχόμενη αμέλεια με θανατηφόρο αποτέλεσμα, συμφώνησε με όσα είχαν ήδη υποστηρίξει άλλοι μάρτυρες-ειδικοί σε προηγούμενες συνεδριάσεις, στρέφοντας το βλέμμα και πάλι στις ελλείψεις που παρατηρήθηκαν στη φροντίδα του θρύλου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Νοέμβριο του 2020.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η νεκροψία έδειξε ότι οι νεφροί του Μαραντόνα είχαν ασυνήθιστα αυξημένο βάρος και παρουσίαζαν πολλαπλές βλάβες, τις οποίες συνέδεσε με το ιστορικό παχυσαρκίας, την κατάχρηση κοκαΐνης και την υπέρταση που τον ταλαιπωρούσαν.
Ο πρώην ποδοσφαιριστής υπέφερε από σπειραματοσκλήρυνση, πάθηση κατά την οποία καταστρέφονται τα φίλτρα των νεφρών που είναι υπεύθυνα για την αποβολή της περίσσειας υγρών, με αποτέλεσμα να προκαλείται οίδημα.
Όπως τόνισε ο γιατρός, οι στοιχειώδεις απαιτήσεις περίθαλψης σε μια τέτοια περίπτωση περιλάμβαναν καθημερινό ιατρικό έλεγχο, συνεχή νοσηλευτική παρακολούθηση, τακτικές αιματολογικές εξετάσεις και καταγραφή των ζωτικών ενδείξεων. Όπως εξήγησε:

«Δεν εντόπισα καμία εξέταση αίματος στον ιατρικό φάκελο» που αφορά την περίοδο κατ’ οίκον νοσηλείας του Μαραντόνα, τις δύο εβδομάδες που πέρασε αναρρώνοντας σε κατοικία στο Τίγκρε, βόρεια του Μπουένος Άιρες. «Μια αύξηση στην αρτηριακή πίεση ή στο βάρος θα έπρεπε να είχε πυροδοτήσει αντίδραση… Ακόμα και μια απλή ζυγαριά αρκεί για να δώσει πολύτιμες ενδείξεις».
Ο Τριμάρκι συμμετείχε στη 22μελή Διεπιστημονική Ιατρική Επιτροπή, η οποία συγκροτήθηκε δικαστικά το 2021 με σκοπό τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Πρόκειται για τον τρίτο ειδικό που, μέσα στις τελευταίες τρεις συνεδριάσεις της δίκης στο Σαν Ισίδρο, αναφέρεται σε ενδείξεις που είχαν μείνει απαρατήρητες ή δεν είχαν παρακολουθηθεί κατάλληλα από την ιατρική ομάδα. Μία ημέρα νωρίτερα, καρδιολόγος είχε δηλώσει πως, λόγω της ύποπτης ανεπάρκειας οργάνων και της καρδιακής δυσλειτουργίας, θα έπρεπε να είχε μεταφερθεί σε δομή με τις κατάλληλες προϋποθέσεις νοσηλείας, κάτι που δεν ίσχυε για την κατ’ οίκον φροντίδα.
Νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, ιατροδικαστής, επίσης μέλος της επιτροπής, είχε απαριθμήσει σειρά ενδεικτικών συμπτωμάτων που παραβλέφθηκαν τότε, δηλαδή οίδημα, δυσκολία στην αναπνοή, στοιχεία υπέρτασης και ταχυκαρδία.
«Η κατάσταση επιδεινωνόταν προοδευτικά για τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν το θάνατο. Υπήρχε περιθώριο να χτυπήσει κώδωνας κινδύνου», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Δρ. Κάρλος Κασινέλι. Ο Μαραντόνα, σε ηλικία 60 ετών, εντοπίστηκε χωρίς ζωή στις 25 Νοεμβρίου 2020 μέσα στο κρεβάτι του, σε σπίτι που είχε ενοικιαστεί για τη μετεγχειρητική του ανάρρωση, με αιτία θανάτου καρδιοαναπνευστική ανακοπή σε συνδυασμό με πνευμονικό οίδημα. Καταθέσεις ειδικών αναφέρουν πως ο πόνος του διήρκεσε αρκετές ώρες.
Στο εδώλιο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, νευροχειρουργός, προσωπικός γιατρός, ψυχολόγος και νοσηλευτικό προσωπικό, αντιμέτωποι με ενδεχόμενη ποινή έως 25 έτη φυλάκισης. Κανείς τους δεν αναγνωρίζει ευθύνη, με τους περισσότερους να επικαλούνται την εξειδίκευσή τους προκειμένου να αποστασιοποιηθούν από την κλινική αιτία του θανάτου.
Η διαδικασία αναμένεται να ολοκληρωθεί το Σεπτέμβριο.
