Οταν λίγες ώρες μετά την ψήφιση του Μνημονίου 4 κυβερνητικός βουλευτής έλεγε ότι τα Μνημόνια τελείωσαν και τώρα η Βουλή θα ασχοληθεί με τα… κανονικά νομοσχέδια, σίγουρα δεν είχε κατά νου το κλίμα παροξυσμού που επικρατεί εδώ και δέκα ημέρες, κυρίως με την «αναχαίτιση» των οπλοφόρων βουλευτών όσο και με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Η Βουλή πέρασε, πάντως, τη δική της… διαβολοβδομάδα…
Φαινομενικά, τα δύο θέματα είναι άσχετα μεταξύ τους. Κι όμως. Εχουν κοινό παρονομαστή, ο οποίος δεν είναι άλλος από την «αντιμετώπιση» της Χρυσής Αυγής, με το ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜ.ΑΡ. και τον ΣΥΡΙΖΑ να επιδίδονται σε έναν άτυπο ανταγωνισμό για το ποιος είναι περισσότερο «αντιχρυσαυγίτης». Απόρροια του άτυπου ανταγωνισμού ήταν όσα έζησε η Βουλή τις τελευταίες ημέρες, καθώς τα τρία κόμματα στο πλαίσιο αυτής της διαμάχης αρνήθηκαν να δουν την πραγματικότητα. Δηλαδή ότι πρόβλημα δεν η έλλειψη νομικού πλαισίου ενάντια στον ρατσισμό και στην παρακίνηση σε βία, αλλά η μη εφαρμογή του υπάρχοντος επαρκεστάτου νομικού πλαισίου που έχει η χώρα από το 1979.
Κοινοβουλευτικά, το σημείο που συνέδεσε το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο και το «κυνήγι οπλοφόρων βουλευτών» ήταν η προπερασμένη Παρασκευή, όταν με την ολοκλήρωση της επίκαιρης ερώτησης Τσίπρα για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο στην Ολομέλεια ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής Π. Ηλιόπουλος -απαντώντας σε όσα είχε ακούσει από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ- τον αποκάλεσε «Mister Alexis». Δρώντας κατά κοινή παραδοχή υπερβολικά -μέχρι και ο Ανδρέας Λοβέρδος είπε: «Στη Βουλή έχουν ακουστεί φοβερά πράγματα και τους πείραξε το Mister Alexis;- ο προεδρεύων βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Δραγασάκης χαρακτήρισε ύβρη το «Mister Alexis» και διέταξε την αποβολή του βουλευτή, προκαλώντας τον απίστευτο καβγά που είδε όλη η Ελλάδα.
Με αφορμή αυτό τον καβγά, δύο ημέρες αργότερα η Φωτεινή Πιπιλή με δηλώσεις της στον Βήμα FM ζήτησε απαγόρευση της οπλοφορίας των βουλευτών στο κτίριο του Κοινοβουλίου. Την επομένη, μάλιστα, επισημοποίησε το αίτημα με επιστολή στον πρόεδρο της Βουλής. Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Μεϊμαράκης δεν είδε και με πολύ καλό μάτι την επιστολή της βουλευτού, αποδίδοντάς την σε κίνηση εντυπωσιασμού. Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι, όταν ερωτήθηκε από κοινοβουλευτικούς συντάκτες, χαρακτήρισε την επιστολή γενική και αόριστη, προσθέτοντας ότι η κυρία Πιπιλή ζητάει τα αυτονόητα. Δεν αποκλείεται να έβλεπε και αυτό που θα ερχόταν και δεν μπορούσε να αποφύγει, αφού υπό την πίεση των μέσων άρχισε ένα γαϊτανάκι για το ποιους βουλευτές εννοούσε η επιστολή Πιπιλή. Μολονότι όμως ούτε η κυρία Πιπιλή ονομάτισε κανέναν αλλά και ο ίδιος ο κ. Μεϊμαράκης επέμενε να λέει ότι δεν έχει καμία καταγγελία για οπλοφόρο βουλευτή, το κλίμα των ημερών «έδειξε» αμέσως προς την πτέρυγα της Χρυσής Αυγής.
Οι στιγμές που βίωσε η Βουλή από εκείνο το σημείο έως και προχθές άγγιξαν σε πολλά σημεία τα όρια της παράνοιας, ενώ η καχυποψία χτύπησε κόκκινο. Μπορούσε να το δει κανείς παντού. Από το εντευκτήριο, όπου βουλευτές έκαναν πλάκα ο ένας στον άλλο ρωτώντας αν έχει το όπλο πάνω του ή το άφησε στο σπίτι, έως τους διαδρόμους της Βουλής, όπου οι… περίεργοι προσπαθούσαν να δουν μέσα από σακάκια ή τσαντάκια βουλευτών αν έχουν όπλο. Οι εικόνες του τραγέλαφου ολοκληρώθηκαν, όταν μέσα στη μαύρη νύχτα, το βράδυ της Τρίτης, οι αστυνομικοί της Βουλής -και αφού λίγες ώρες πριν είχαν αποκλείσει με μπλε κορδέλα την κεντρική πύλη της Βουλής- άρχισαν να μετακινούν τα ξύλινα έπιπλα στον προθάλαμο της Βουλής, για να διαμορφώσουν το νέο σκηνικό. Οι εικόνες θύμιζαν μετακόμιση.
Ο πρόεδρος της Βουλής, βλέποντας ότι δεν γίνεται αλλιώς και ότι η πίεση μεγαλώνει, έδωσε εντολή για αυστηροποίηση των μέτρων. Ετσι, από το πρωί της Τετάρτης όλοι όσοι εισέρχονται στη Βουλή περνούν από διπλό και τριπλό έλεγχο, αφού υποχρεούνται να διαβούν από τα ειδικά μηχανήματα και τις χειραποσκευές τους. Ολοι; Οχι βέβαια, αφού οι βουλευτές, για τους οποίους έγινε και η όλη φασαρία, έκαναν ότι δεν κατάλαβαν και περνούσαν επιδεικτικά χωρίς έλεγχο τις χειραποσκευές τους. Πάντως, ο θόρυβος φαίνεται ότι λειτούργησε αποτρεπτικά, αφού δεν κατεγράφη περιστατικό οπλοφορίας βουλευτή.
Η ιστορία των οπλοφόρων βουλευτών στη Βουλή μόνο καινούργια δεν είναι. Λίγοι μήνες έχουν περάσει, άλλωστε, από το επεισόδιο που είχε σημειωθεί με τον Πάνο Καμμένο, όταν κατά την είσοδό του στη Βουλή το ηλεκτρομαγνητικό μηχάνημα έδωσε σήμα για όπλο. Ο κ. Καμμένος αρνήθηκε ότι οπλοφορούσε λέγοντας ότι ήταν το κινητό του και δεν δέχθηκε να του γίνει σωματικός έλεγχος. Επίσης, ποιος μπορεί να ξεχάσει και το «σιδερικό» του Γεράσιμου Γιακουμάτου, το οποίο ο βουλευτής έδειξε στις κάμερες έπειτα από ληστεία που είχε γίνει στο σπίτι του.
Εκτέθηκαν και πάλι!
Στις τάξεις των παροικούντων τη Βουλή το συμπέρασμα που βγήκε από όλη αυτήν την ιστορία είναι ότι για άλλη μία φορά η Βουλή υπέκυψε στην επικοινωνιακή πίεση που προκλήθηκε ύστερα και από δηλώσεις εντυπωσιασμού ορισμένων βουλευτών. Ετσι, πριν καν διαπιστωθεί ποιο είναι το θεσμικό πλαίσιο, το κτίριο του Κοινοβουλίου κόντεψε να μεταβληθεί σε άπαρτο κάστρο. Και όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη περίπτωση, η προχειρότητα ήταν ο καλύτερος σύμμαχος ώστε η -ενδεχομένως- αγαθή προσπάθεια να στεφθεί με απόλυτη αποτυχία και να εκθέσει τη Βουλή. Μάλιστα, παλαιός βουλευτής, ο οποίος έχει ζήσει ανάλογες καταστάσεις στη Βουλή, προέβλεψε ότι σε μία εβδομάδα όλα θα έχουν ξεχαστεί.
Ο κίνδυνος ηρωοποίησης του «κυνηγημένου» Μιχαλολιάκου και το «φρένο» της Ν.Δ.
Παράλληλα με τις σκηνές παράνοιας γύρω από την οπλοφορία των βουλευτών, τα κομματικά επιτελεία στη Βουλή διεξήγαγαν πόλεμο χαρακωμάτων με αφορμή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο του κ. Ρουπακιώτη, το οποίο προκάλεσε εμφύλιο στα κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση. ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. μετατράπηκαν σε θιασώτες του νομοσχεδίου υποστηρίζοντας ότι θα χτυπήσει στη ρίζα του το «κακό» που ονομάζεται Χρυσή Αυγή. Την ίδια ώρα, ωστόσο, το «γαλάζιο» στρατόπεδο διέβλεπε ότι το νομοσχέδιο, όπως είναι γραμμένο, και δεν θα εφαρμοστεί ποτέ αλλά και θα εκτινάξει τη Χρυσή Αυγή στα ύψη, καθώς θα φορέσει επιπλέον στον κ. Μιχαλολιάκο το φωτοστέφανο του κυνηγημένου.
Το «γαλάζιο ποτήρι της οργής» ξεχείλισε το πρωί της προπερασμένης Παρασκευής, όταν με τον πρωθυπουργό να βρίσκεται στην Κίνα ο υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης, απαντώντας σε ερώτηση του Αλέξη Τσίπρα, διέπραξε το πολιτικό ατόπημα να διαχωρίσει τον Αντώνη Σαμαρά από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, η οποία έβραζε με το νομοσχέδιο, και να πει ότι ο κ. Σαμαράς το στηρίζει. Η συνέχεια έδειξε ότι τα πράγματα μόνο έτσι δεν ήταν, ωστόσο η ζημιά στο εσωτερικό της κυβέρνησης ήδη είχε γίνει.
Το πρωί της Δευτέρας, μάλιστα, όταν οι βουλευτές άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Βουλή, το τηλέφωνο του γραμματέα της Κ.Ο. Θανάση Μπούρα έσπασε από τις προειδοποιήσεις των «γαλάζιων» βουλευτών, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης άρχισε να μοιράζει από το Μαξίμου έως και στις θυρίδες των συναδέλφων του τον σχετικό αντιρατσιστικό νόμο του 1979, για να αποδείξει ότι το νομικό πλαίσιο κατά του ρατσισμού είναι επαρκές και δεν χρειάζεται νέος νόμος.
Με την Κ.Ο. της Ν.Δ. να «βράζει», όλα έδειχναν ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα αργούσε να πει το όχι. Η απόφαση ελήφθη το πρωί της Πέμπτης έπειτα από αλλεπάλληλες συσκέψεις κορυφαίων στελεχών της Κ.Ο. της Ν.Δ. και του γραμματέα της κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκου στη Βουλή.
Η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ. ηρέμησε, ωστόσο οι βουλευτές της εξακολουθούν να απορούν με τη μανία ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. να κατατεθεί το νομοσχέδιο. Μάλιστα, κάποιοι το προχώρησαν ακόμη περισσότερο βάζοντάς τα κυρίως με τη ΔΗΜ.ΑΡ., ενώ δεν έλειψαν και τα απολύτως δηκτικά σχόλια: «Καλά, αυτοί δεν καταλαβαίνουν ότι η πρώτη που θα έχει πρόβλημα, αν ψηφιστεί και εφαρμοστεί το νομοσχέδιο, θα είναι η Ρεπούση;» ακούστηκε σε «γαλάζιο» πηγαδάκι.
Εν όψει, μάλιστα, της αυριανής σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών δεν ήταν λίγοι οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που «προειδοποίησαν» Φώτη Κουβέλη και Ευάγγελο Βενιζέλο να μην επιμείνουν, αλλά να ακολουθήσουν το παράδειγμα των νεοδημοκρατών, οι οποίοι -βλέποντας τις ενστάσεις ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. στη «γαλάζια» τροπολογία για το γένος στις στρατιωτικές σχολές- έκαναν πίσω και την απέσυραν.
Γιώργος Λυκουρέντζος


