Είθισται τα συνδικάτα να είναι εκείνα που ζητούν μισθολογικές αυξήσεις. Και η εκάστοτε εθνική κεντρική τράπεζα, διά των συμβούλων και ανώτατων στελεχών της, να σουφρώνει τα φρύδια και να προειδοποιεί για τις επιπτώσεις στην οικονομία. Στη Γερμανία αυτή την εβδομάδα συνέβη η… ανατροπή. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Μπούντεσμπανκ Γενς Ούλμπριχ παρότρυνε τους συνδικαλιστές να επιμείνουν σε σημαντικές αυξήσεις μισθών στις φετινές διαπραγματεύσεις τους για τις κλαδικές συμβάσεις εργασίας. Απηχώντας μάλιστα, ως όλα δείχνουν, τις απόψεις του ίδιου του προέδρου της γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας Γενς Βάιντμαν.
Την ώρα που στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης οι οικονομίες σφίγγουν τα δόντια και τα λουριά (ενορχηστρώνοντας μειώσεις, περικοπές εργασιακών δικαιωμάτων και καθεστώτα εργασιακής ανασφάλειας), στην κραταιά Γερμανία της αποταμίευσης, των αμετακίνητων -επί σειρά ετών- μισθών και των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων κάτι αλλάζει. Στις 11 Ιουλίου επικυρώθηκε τελικά ο εθνικός κατώτατος μισθός (που θα τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 2015), ενώ ήδη μισθολογικές αυξήσεις σε διάφορους κλάδους παρατηρήθηκαν από φέτος. Οικονομολόγοι μάλιστα ζητούν εδώ και καιρό και μεγαλύτερες αυξήσεις, προκειμένου να ενισχυθεί η εσωτερική κατανάλωση, τροφοδοτώντας την ανάπτυξη. Αλλά και να απομακρυνθεί το φάντασμα του αποπληθωρισμού, που κυκλώνει την οικονομία της ευρωζώνης και το οποίο δεν μπορούν πλέον να αγνοήσουν ούτε οι πιο συντηρητικές προβλέψεις.
Ηδη την άνοιξη, εκτιμήσεις του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών DIW έφερναν την πιθανότητα αποπληθωρισμού στην ευρωζώνη στο 20%. Την ώρα που η έρευνα του Bloomberg στους επαγγελματίες των χρηματοοικονομικών Bloomberg Markets Global Investor Poll ανέβαζε τον αντίστοιχο κίνδυνο στο 74%. Πτώση των τιμών, επιβράδυνση των επενδύσεων, απαξίωση των προϊόντων σε μία διστακτική αγορά είναι ίδιον πλέον της επιβράδυνσης στην ανάπτυξη των αγορών του Νότου, των… πετσοκομμένων μισθών και του κλίματος οικονομικής ανασφάλειας. Και η δυνατή Γερμανία; «Η γερμανική οικονομία αποτελεί το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Συνεπώς με αυτόν τον τρόπο θα αυξανόταν και πάλι ο συνολικός πληθωρισμός στην ευρωζώνη» σχολιάζει στην Deutsche Welle o οικονομολόγος της Dekaban, Χόλγκερ Μπαρ. Ολο και περισσότερες φωνές καλούν εδώ και καιρό να αυξηθούν οι μισθοί των Γερμανών καταναλωτών. Προκειμένου να δώσουν σανίδα σωτηρίας και στην οικονομία της ευρωζώνης. Αλλά και να… ανασάνουν, έπειτα από χρόνια λιτότητας και αυτοσυγκράτησης.
«Το αξίζουμε» έγραφε χαρακτηριστικά το πανό υπαλλήλων στο γερμανικό δημόσιο, που διαδήλωναν αυτή την άνοιξη για μισθολογικές αυξήσεις. Το αίτημα εισακούστηκε με αύξηση 3% στους φετινούς μισθούς των 2.100.000 Γερμανών δημοσίων υπαλλήλων (και 2,4% πρόβλεψη για τον επόμενο χρόνο). Παράλληλα, οι εργάτες στη χημική βιομηχανία είδαν φέτος αυξήσεις της τάξεως του 3,7%, το διαβόητο σωματείο IG Metal διαπραγματεύτηκε αύξηση 3,4% στη Βαυαρία, ενώ αυτή η τάση είχε ως αποτέλεσμα και κάποιες αυξήσεις στον καταναλωτισμό και στις τιμές των προϊόντων. Ετσι, οι λιανικές πωλήσεις ενισχύθηκαν κατά 2,5% ήδη από τον Ιανουάριο, γεγονός που φαίνεται πως θα ωφελήσει την εσωτερική κατανάλωση, με τις εισαγωγές τον Φεβρουάριο να αυξάνονται επίσης κατά 8,4%. Μπορεί η γερμανική οικονομία να βασίστηκε όλα αυτά τα χρόνια στην αδυναμία του ευρώ και στον εξαγωγικό τομέα. Ομως, όπως προειδοποιούν οι «Financial Times», «για να αποκτήσει ορμή αυτή η ανάκαμψη, τότε και οι πωλητές λιανικής και τομείς υπηρεσιών, όπως τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία, πρέπει να δουν τις πωλήσεις τους να ανακάμπτουν». Πάντως και η γερμανική τάση για αποταμίευση παρουσιάζει πτωτικές τάσεις από το 2008 και μετά, ενδεχομένως όμως λόγω των μειώσεων στα επιτόκια.
Η «νέα λογική» (μετά το δεκαετές πάγωμα) για την εξάλειψη των ανισορροπιών
Από πέρυσι κιόλας, το περιοδικό «Spiegel» έκανε λόγο για μία «νέα λογική». Υστερα από μία δεκαετία παγώματος των μισθών, «η Γερμανία, περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα», έγραφε, «μπορεί να αντέξει οικονομικά μισθολογικές αυξήσεις». Ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε τότε υποστηρίξει πως οι αυξήσεις των μισθών «θα συμβάλουν στην εξάλειψη των ανισορροπιών εντός της Ευρώπης». Και ο γνωστός οικονομολόγος Πέτερ Μπόφινγκερ, ο άνθρωπος που είχε γράψει ότι η στρατηγική του σοκ απέτυχε στην Ελλάδα, προειδοποιούσε: «Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τους μισθούς δεν μπορούμε πλέον να συμπεριφερόμαστε σαν να ζούμε σε ένα νησί». Πρότεινε μάλιστα υψηλή αύξηση 5% στους μισθούς στον τομέα της βιομηχανίας, αυξήσεις στις συντάξεις και στα επιδόματα για την ανεργία, καταλήγοντας: «Εχουμε μία επιλογή ανάμεσα σε δύο άσχημα εναλλακτικά σενάρια: είτε έναν προσωρινά υψηλότερο πληθωρισμό στη Γερμανία (ως συνέπεια των παραπάνω μέτρων) είτε αποπληθωρισμό στη νότια Ευρώπη».
Να σημειωθεί ότι το τελευταίο διάστημα ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη δεν ξεπερνούσε το 0,5%, όταν στόχος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήταν το 2%. Στη Γερμανία, τον Ιούνιο κυμαινόταν στο 1% και οι υπολογισμοί των ειδικών για το 2015 έδειχναν 1,5%, και 1,9% για το 2016.
Κατά συνέπεια, η γραμμή της Μπούντεσμπανκ αλλάζει και συγκλίνει πλέον με αυτή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). «Αυτό αποδεικνύει πως ακόμη και η κεντρική τράπεζα αναγνωρίζει ότι δεν μπορούμε να βελτιώσουμε την εσωτερική οικονομική ανάπτυξη χωρίς μισθούς» σχολιάζει η Ούρσουλα Ενγκελεν Κέφερ, πρώην αναπληρώτρια πρόεδρος της Συνομοσπονδίας των Γερμανικών Συνδικάτων DGB. «Είναι ένα πολύ καλό, πολύ σημαντικό σημάδι από την Μπούντεσμπανκ» σημειώνει ο διευθυντής της δεξαμενής σκέψης Bruegel και πρώην οικονομολόγος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Γκούντραμ Βολφ. «Σημάδι όχι μόνο πραγματισμού, αλλά και μίας κατανόησης πως θεσπίζουν νομισματική πολιτική για ολόκληρη την ευρωζώνη. Με αυτήν έρχεται και η αναγνώριση ότι οι γερμανικοί μισθοί πρέπει να αυξηθούν με ταχύτερο ρυθμό».
Από την πλευρά τους, και τα σωματεία στρέφουν τώρα όλο και περισσότερο την προσοχή τους στις μισθολογικές διεκδικήσεις, τις οποίες είχαν παλιότερα παγώσει. «Η συμμετοχή στα σωματεία μειώθηκε δραστικά» αναφέρει ο Καρλ Μπρένκε, ειδικός σε εργασιακά θέματα στο οικονομικό ινστιτούτο DIW. «Κι αυτό επειδή απασχολήθηκαν πολύ λίγο με τις καμπάνιες για το μισθολογικό, ενώ εστίασαν στην εργασία μερικής απασχόλησης σε μεγάλη ηλικία και
στην πρόωρη συνταξιοδότηση».
Στήριξη από την ασιατική αγορά
Η πολιτική της λιτότητας ξεκίνησε νωρίς για τη γερμανική οικονομία, έπειτα από δύο χρονιές ύφεσης στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν το ισχυρό ευρώ έναντι του δολαρίου και οι μειωμένες εξαγωγές είχαν πλήξει τον γερμανικό γίγαντα. Εκτοτε -και εν συνεχεία μετά και τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008- η γερμανική συνταγή της επιτυχίας βασίστηκε στην αυξημένη ασιατική ζήτηση γερμανικών προϊόντων (ειδικά της κραταιάς αυτοκινητοβιομηχανίας). Επίσης, στη διατήρηση της παραγωγής της βαριάς βιομηχανίας εντός της χώρας, με τις συναφείς μισθολογικές μειώσεις. Και τέλος, στον αυστηρό έλεγχο των μισθών, στην αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 έτη, στη μείωση των κοινωνικών επιδομάτων και στην ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας. Σήμερα, φαίνεται ότι οι Γερμανοί εργαζόμενοι μπορούν να ανασάνουν και να αρχίσουν πλέον να γεύονται και οι ίδιοι τους καρπούς της οικονομικής ανάπτυξης, την ώρα πάντως που οι εργαζόμενοι σε άλλες χώρες συνεχίζουν να… βαριανασαίνουν στους ρυθμούς της οικονομικής κρίσης.
Μυρτώ Μπούτση
