Τον άγνωστο «πόλεμο» μεταξύ των ψαράδων και των ασυνείδητων που δεν διστάζουν να σκοτώσουν θαλάσσιες χελώνες, φώκιες και άλλα προστατευόμενα είδη και υιοθετούν καταστροφικές για το περιβάλλον πρακτικές αλιείας φέρνει στο φως το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος».
Με αφορμή τους αποκεφαλισμούς χελωνών στη Νάξο και τη θανάτωση φώκιας στην Ιο, το «Αρχιπέλαγος» αποκαλύπτει ότι οι ψαράδες και κάτοικοι των νησιών που απευθύνονται στις Αρχές για να καταγγείλουν παρόμοιες εγκληματικές πράξεις βρίσκονται αντιμέτωποι με απειλές και ύπουλα χτυπήματα και σημειώνει ότι ακόμη και σε περιπτώσεις που υποδεικνύονται ως δράστες συγκεκριμένα πρόσωπα, οι υποθέσεις δεν φθάνουν στη Δικαιοσύνη.
«Τις τελευταίες εβδομάδες καταγράφεται μια έξαρση στις θανατώσεις σπάνιων ειδών, σε διάφορες περιοχές του Αιγαίου. Η πλειονότητα των πραγματικών ψαράδων δεν φέρει καμία ευθύνη για αυτά τα εγκλήματα. Οι περισσότεροι από εκείνους που δολοφονούν προστατευόμενα ζώα είναι γνωστοί στις τοπικές κοινωνίες. Οποιος όμως έχει επιχειρήσει να κινηθεί εναντίον τους, έχει κινδυνεύσει, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις ανθρώπων που τόλμησαν να κάνουν καταγγελίες για αλιευτικά σκάφη που έφεραν εκρηκτικά και όπλα, με μοναδικό αποτέλεσμα να γίνει η καταγγελία τους γνωστή στους παρανομούντες μέσα σε λίγες ώρες και να δεχθούν προσωπικές απειλές και δολιοφθορές» αναφέρει ο διευθυντής του ινστιτούτου Θοδωρής Τσιμπίδης.
Στο κενό έχουν πέσει και οι πολυάριθμες καταγγελίες που έχει υποβάλει έως σήμερα το «Αρχιπέλαγος» για θανατώσεις προστατευόμενων ειδών στο Αιγαίο. «Οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν πιαστεί επ’ αυτοφώρω με μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών συνεχίζουν αυτήν τη στιγμή να δρουν ανενόχλητοι και με μεγαλύτερο θράσος. Η νοοτροπία της συνεχιζόμενης ανομίας και συγκάλυψης, που δυστυχώς βρίσκει σιγά σιγά νέους μιμητές, οδηγεί τελικά σε απόγνωση την πλειονότητα των ψαράδων και των νησιωτών, που γίνονται καθημερινά μάρτυρες αυτής της κατάστασης, αλλά δεν τολμούν να την καταγγείλουν, με τον φόβο ότι θα γίνουν οι ίδιοι τα νέα θύματα» καταλήγει ο κ. Τσιμπίδης.
Γερ. Κόντος

