Γάλλος ποδηλάτης που έκανε τον γύρο της Ευρώπης βρέθηκε από λάθος του GPS σε καταυλισμό Ρομά στο Μενίδι και τον «έγδυσαν». Δεκάδες ανάλογα περιστατικά συμβαίνουν καθημερινά στην Ελλάδα και σχεδόν ποτέ οι ένοχοι δεν τιμωρούνται. Το ερώτημα είναι γιατί οι Ρομά τυγχάνουν μίας άτυπης νομικής ασυλίας; Καταρχάς, οι Ρομά στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια αυτοαποκαλούνται μεταξύ τους «γύφτοι και τσιγγάνοι». Ποτέ δεν απευθύνονται μεταξύ τους «ρε, Ρομά». Αυτό διαπιστώνεται στις συνομιλίες τους, στα τραγούδια, στις παροιμίες και γενικότερα στην καθημερινή τους ζωή.
Γιατί όμως η Ε.Ε. και οι διεθνείς οργανισμοί επιμένουν στη λέξη «Ρομά»; Αυτή η ονομασία δεν είναι μία τυχαία εξέλιξη. Είναι μία πολιτική και γραφειοκρατική επιλογή που βασίζεται στο χρήμα και ξεκίνησε το 1971 στο Πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο των Τσιγγάνων στο Λονδίνο. Εκεί αποφασίστηκε να απορριφθούν οι ονομασίες «Gypsy» και«Tsigani» και να αντικατασταθούν από τον όρο «Roma», ως ένα ενιαίο και πολιτικά ισχυρό όνομα. Από τότε, η ονομασία υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης, την Ε.Ε., τον ΟΗΕ, τον ΟΑΣΕ και το European Roma Rights Centre, επειδή όλοι αυτοί οι οργανισμοί και η ελίτ που βρίσκεται από πίσω τους χρειάζονταν ένα ενιαίο «καλάθι» για να φτιάξουν στρατηγικές ένταξης, ώστε να απομυζούν τα δισεκατομμύρια ευρώ από τα ευρωπαϊκά ταμεία από την υπόθεση. Η λέξη «Ρομά» λοιπόν είναι ένας ελιτίστικος όρος και όχι μία αυθόρμητη λέξη της βάσης.
Η Ε.Ε. επιμένει στην ορολογία επειδή την εξυπηρετεί γραφειοκρατικά και πολιτικά δοθέντος του ότι ρίχνει πολλά λεφτά στο πλαίσιο «καταπολέμησης» του ρατσισμού. Ομως η πραγματικότητα των κοινοτήτων, η αθλιότητα των καταυλισμών, η εγκληματικότητα και η ενσωμάτωση δεν αλλάζουν με την αλλαγή του ονόματος. Ο πακτωλός των δισεκατομμυρίων και τα «προγράμματα» είναι ο πραγματικός πυρήνας της υπόθεσης. Η πολιτική της Ε.Ε. δεν είναι η πολιτισμική ευαισθησία, αλλά ένα εργαλείο διαχείρισης κονδυλίων, γραφειοκρατικής κατηγοριοποίησης και πλουτισμού. Πράγματι, από το 2011 και μετά η Ε.Ε. διοχέτευσε δισεκατομμύρια ευρώ σε προγράμματα «ένταξης Ρομά».
Αυτά τα χρήματα περνούν μέσα από εθνικές στρατηγικές, δηλαδή μηχανισμούς ανάλογους του ΟΠΕΚΕΠΕ, ευρωπαϊκά ταμεία, ESF, ERDF ΜΚΟ, «συμβούλους», «ερευνητικά κέντρα», «εμπειρογνώμονες», τοπικές Αρχές και ενδιάμεσους φορείς. Για να δικαιολογηθούν αυτά τα κονδύλια χρειάζεται ένα σαφές «target group» με το επίσημο όνομα «Ρομά», καθώς επίσης στατιστικές και αναφορές που μετρούν «αποκλεισμό» και «αντιτσιγγανισμό», οργανώσεις και «ειδικοί ρομανολόγοι». Χρειάζονται το αφήγημα του ρατσισμού και τη «συμπερίληψη» του Μητσοτάκη και όχι πολιτισμικούς παράγοντες και συμπεριφορές, ενώ αποσιωπάται η αποτυχία προηγούμενων προγραμμάτων. Αν το σύστημα χρησιμοποιούσε τον παλιό, καθημερινό όρο, θα ήταν δύσκολη η ροή των χρημάτων στις τσέπες των επιτηδείων.
Οι ίδιες οι κοινότητες διαπιστώνουν ότι τα χρήματα πηγαίνουν σε διοίκηση, μελέτες, συνέδρια, ΜΚΟ και ενδιάμεσους, σχεδόν ποτέ στις οικογένειες. Τα αποτελέσματα σε εκπαίδευση, απασχόληση και στέγαση παραμένουν στα χαρτιά παρά τα δισεκατομμύρια. Ετσι δημιουργείται μια «βιομηχανία Ρομά». Πολιτικοί, λαμόγια, ΜΚΟ, τοπικές κοινωνίες, ένα ολόκληρο οικοσύστημα ζει από το πρόβλημα και έχει κίνητρο να το διατηρεί ζωντανό. Το γενικό μοτίβο είναι ότι η γραφειοκρατία και τα συμφέροντα έχουν μεγαλύτερο όφελος από τις ίδιες τις κοινότητες. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η δημόσια χρήση της λέξης «γύφτος» γίνεται ριψοκίνδυνη. Δεν είναι η πολιτική ορθότητα.
Είναι ότι αμφισβητείται το επίσημο αφήγημα πάνω στο οποίο στηρίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της αφαίμαξης κονδυλίων. Οταν λες «γύφτος» αντί «Ρομά», δεν χρησιμοποιείς απλά μια «προσβλητική» λέξη. Αμφισβητείς το πλαίσιο που δικαιολογεί τα λεφτά, τις ψήφους και τα κόμματα, τις στρατηγικές και τις ΜΚΟ. Η «μαγεία» των χρημάτων εξηγεί γιατί το σύστημα υπερασπίζεται τόσο έντονα την ορολογία και γιατί η νομική, επαγγελματική και κοινωνική πίεση πέφτει υποκριτικά σε όποιον χρησιμοποιεί τους παλιούς καθημερινούς όρους.
*Διδάκτωρ Φυσικής του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, UK, τ. διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

