Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού συνεχίζεται σε Ελλάδα και ευρωζώνη, χωρίς όμως να έχει διαμορφωθεί ένα σταθερό περιβάλλον τιμών, όπως αναφέρει στο τελευταίο Inflation Monitor η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ). Η κεντρική τράπεζα επισημαίνει ότι ο γενικός δείκτης έχει υποχωρήσει, αλλά οι πιέσεις παραμένουν ισχυρές σε επιμέρους κατηγορίες, γεγονός που καθυστερεί την επιστροφή του πληθωρισμού κοντά στον στόχο του 2%.
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τις πηγές που τροφοδοτούν πλέον τις ανατιμήσεις. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, όταν το μεγαλύτερο μέρος των πιέσεων προερχόταν από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες, σήμερα το βασικό βάρος έχει μεταφερθεί στις υπηρεσίες. Οι αυξήσεις στους μισθούς και στα ενοίκια, η ισχυρή κατανάλωση και η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας διατηρούν σε υψηλά επίπεδα το κόστος, με αποτέλεσμα ο δομικός πληθωρισμός να υποχωρεί πιο αργά από τον συνολικό δείκτη.
Στην Ελλάδα οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν εντονότερες σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, με την ισχυρή τουριστική ζήτηση, την πορεία των τιμών στις υπηρεσίες και την αυξημένη εγχώρια κατανάλωση να εξακολουθούν να λειτουργούν επιβαρυντικά. Γι’ αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα ανέλθει στο 3,8% το 2026, θα περιοριστεί στο 2,6% το 2027 και στο 2,3% το 2028, επιβεβαιώνοντας ότι η αποκλιμάκωση θα απαιτήσει χρόνο.
Την ίδια στιγμή η ΕΛ.ΣΤΑΤ. κατέγραψε τη σημαντική αύξηση κατά 13,3% που σημείωσε ο γενικός δείκτης τιμών εισαγωγών στη βιομηχανία τον Μάιο εφέτος σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Μαΐου 2025, έναντι μείωσης 4,2% που σημειώθηκε κατά τη σύγκριση των αντίστοιχων δεικτών το 2025 με το 2024. Η αύξηση στον λεγόμενο «εισαγόμενο πληθωρισμό», που προήλθε ως επί το πλείστον από το κόστος της άντλησης και της διύλισης του πετρελαίου διεθνώς, οφείλεται:
α. Στην αύξηση του δείκτη τιμών εισαγωγών από χώρες εκτός ευρωζώνης κατά 22,2%.
β. Στην αύξηση του δείκτη τιμών εισαγωγών από χώρες ευρωζώνης κατά 2,2%.
Παράλληλα, ο γενικός δείκτης παρουσίασε μείωση 5% τον Μάιο 2026 σε σύγκριση με τον δείκτη του Απριλίου 2026, έναντι μείωσης 0,7% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών το 2025.
