Στήριξη από 20 χώρες στην αρμόδια επιτροπή δημιουργεί πολιτική πίεση στο Λονδίνο και φέρνει εγγύτερα την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα
Μια ηθική και ιστορική νίκη προήλθε από τη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής της UNESCO, που ολοκληρώθηκε την περασμένη Παρασκευή, δημιουργώντας πολιτική πίεση στο Λονδίνο για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Συνολικά 20 κράτη από όλες τις ηπείρους, μεταξύ των οποίων η Βραζιλία, η Ιταλία, η Κίνα και η Αίγυπτος, πήραν τον λόγο για να υποστηρίξουν το δίκαιο του ελληνικού αιτήματος, μετατρέποντας το ζήτημα από διμερή διαφορά σε παγκόσμιο αίτημα για δικαιοσύνη.
Η δυναμική αυτή ενισχύεται από το ιστορικό νομοθετικό προηγούμενο της Γαλλίας, το οποίο υλοποιεί τη δέσμευση που είχε αναλάβει ο Εμανουέλ Μακρόν ήδη από το 2017. Ο νέος γαλλικός νόμος για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών καταρρίπτει το «ταμπού» των αμετακίνητων συλλογών και, παρότι θέτει περιορισμούς για αποκτήσεις μετά το 1815, δημιουργεί τις νομικές προϋποθέσεις για μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αλλαγή πλεύσης στο εθνικό μας ζήτημα.
Στο Λονδίνο η κινητικότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, με τον πρόεδρο του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Οσμπορν να εμφανίζεται για πρώτη φορά με «ταπεινότητα και ρεαλισμό». Ο Οσμπορν αναγνωρίζει πλέον ως «κατανοητές» τις ελληνικές απαιτήσεις, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ έχει ξεκαθαρίσει πως δεν θα σταθεί εμπόδιο σε ενδεχόμενη συμφωνία ανταλλαγής μεταξύ των δύο πλευρών. Καθοριστικής σημασίας ήταν και η παρέμβαση-καταπέλτης της Τουρκίας στην UNESCO, η οποία κατέρριψε το βασικό βρετανικό επιχείρημα περί «νομιμότητας», δηλώνοντας ρητά πως το περιβόητο «φιρμάνι» του σουλτάνου, που υποτίθεται ότι έδωσε άδεια στον Ελγιν για τη λεηλασία, απλώς δεν υπήρξε ποτέ στα οθωμανικά αρχεία.
Παρά τη διεθνή κατακραυγή για τον βανδαλισμό του μνημείου, ο Ιταλός αρχαιολόγος Μάριο Τραμπούκο ντέλα Τορέτα, με άρθρο του στην «Telegraph», επιχείρησε να αναβιώσει μια αναχρονιστική και προσβλητική ρητορική. Ισχυριζόμενος ότι το Βρετανικό Μουσείο είναι ο «νόμιμος ιδιοκτήτης», χαρακτήρισε τον Παρθενώνα ένα «τοπικό οικοδόμημα» και τη διεκδίκηση των Γλυπτών «εθνικιστικό μύθο» και «ιδεολογική προπαγάνδα». Οι απόψεις αυτές κρίνονται παντελώς ανυπόστατες και ανιστόρητες.
Ο ισχυρισμός ότι μια δύναμη κατοχής (Οθωμανική Αυτοκρατορία) είχε το ηθικό ή νομικό δικαίωμα να εκποιεί την πολιτιστική κληρονομιά ενός υπόδουλου έθνους στερείται κάθε επιστημονικής βάσης στο σύγχρονο Δίκαιο. Η προσπάθειά του να υποβαθμίσει την οικουμενική αξία του Παρθενώνα και να παρουσιάσει τη λεηλασία του Ελγιν ως «νόμιμη συναλλαγή» είναι μια απελπισμένη απόπειρα υπεράσπισης μιας αποικιοκρατικής νοοτροπίας.
