Δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, «πάγωμα» ακινήτων και θυρίδων, αλλά και αποκαλύψεις για αγορές διαμερισμάτων και οικοπέδων με χρήματα από παράνομες επιδοτήσεις φέρνει στο φως το νέο κεφάλαιο της πολύκροτης υπόθεσης με το κύκλωμα που φέρεται να «ρήμαζε» τα κονδύλια του ΟΠΕΚΕΠΕ μέσω ψευδών δηλώσεων αγροτεμαχίων και εικονικών αιτήσεων ενίσχυσης.
Μετά τις συλλήψεις των 17 εμπλεκομένων που πραγματοποιήθηκαν την Τρίτη σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Σέρρες, Καβάλα και Κιλκίς, οι αστυνομικές και δικαστικές Αρχές προχωρούν πλέον βαθύτερα στο οικονομικό σκέλος της υπόθεσης, επιχειρώντας να εντοπίσουν τη διαδρομή του χρήματος και να χαρτογραφήσουν το πραγματικό εύρος της ζημίας σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου και των ευρωπαϊκών ταμείων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης δεν περιορίστηκαν μόνο στην είσπραξη παράνομων επιδοτήσεων, αλλά φέρονται να επένδυσαν μέρος των χρημάτων σε ακίνητη περιουσία, αγοράζοντας διαμερίσματα, οικόπεδα και αγροτεμάχια. Για τον λόγο αυτό, κατόπιν σχετικών διατάξεων του εποπτεύοντα εισαγγελέα Εφετών, δεσμεύθηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί συνολικά 26 φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και τραπεζικές θυρίδες τεσσάρων εκ των συλληφθέντων.
Τα ευρήματα των Αρχών
Το εύρος της υπόθεσης αποτυπώνεται και στα ευρήματα των ερευνών που πραγματοποίησαν οι αστυνομικοί σε οκτώ κατοικίες και δύο Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων. Οι Αρχές κατέσχεσαν περισσότερα από 302.000 ευρώ σε μετρητά, 18 χρυσές λίρες, 12 αυτοκίνητα, τρακτέρ, αγροτικά μηχανήματα, κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, τάμπλετ και ψηφιακά αποθηκευτικά μέσα, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται σε χειρόγραφες σημειώσεις που περιείχαν κωδικούς taxisnet τρίτων προσώπων.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν δεκάδες υπεύθυνες δηλώσεις και ιδιωτικά συμφωνητικά αγρομίσθωσης με κενά στοιχεία αντισυμβαλλόμενων αλλά θεωρημένο γνήσιο υπογραφής, στοιχείο που, σύμφωνα με τους αστυνομικούς, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο στήνονταν οι εικονικές μισθώσεις προκειμένου να εμφανίζονται ως νόμιμες οι αιτήσεις επιδοτήσεων.
Η πολύμηνη έρευνα της Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025, έπειτα από πληροφορίες ότι οργανωμένη ομάδα υπέβαλλε ψευδείς Ενιαίες Αιτήσεις Ενίσχυσης για λογαριασμό τρίτων προσώπων, χρησιμοποιώντας όμως τραπεζικούς λογαριασμούς που ελέγχονταν από τα ίδια τα μέλη του κυκλώματος.
Οι αστυνομικοί που ανέλαβαν την υπόθεση διαπίστωσαν ότι η οργάνωση εκμεταλλευόταν τόσο τα κενά του συστήματος όσο και την τεχνογνωσία δύο υπαλλήλων Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων, οι οποίοι φέρονται να είχαν κομβικό ρόλο στην υποβολή και επεξεργασία των αιτήσεων.
Το κύκλωμα εντόπιζε αγροτεμάχια που ήταν επιλέξιμα για επιδότηση αλλά δεν είχαν δηλωθεί τα προηγούμενα χρόνια και στη συνέχεια τα εμφάνιζε ως μισθωμένα ή ιδιόκτητα από πρόσωπα που συχνά δεν είχαν καμία σχέση ούτε με τη γη ούτε με τον αγροτικό τομέα.
Οι έλεγχοι αποκάλυψαν ότι πολλά από τα δηλωμένα χωράφια ανήκαν στο Δημόσιο ή σε ανυποψίαστους ιδιοκτήτες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τα επίμαχα ακίνητα βρίσκονταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο κατοικίας των φερόμενων καλλιεργητών, καθιστώντας πρακτικά αδύνατη οποιαδήποτε πραγματική αγροτική δραστηριότητα.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και το προφίλ των εμπλεκομένων. Σύμφωνα με τη δικογραφία, αρκετοί από τους συλληφθέντες ήταν καθαρίστριες, οδηγοί φορτηγών, διανομείς, ανειδίκευτοι εργάτες και υπάλληλοι καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, χωρίς καμία εμφανή σχέση με την αγροτική παραγωγή.
Κατά την έρευνα αποκαλύφθηκε επίσης ότι σε αρκετές περιπτώσεις αγροτεμάχια καταχωρούνταν προσωρινά στο Ε9 είτε των αιτούντων είτε φερόμενων εκμισθωτών με αιτιολογία «Ορθή καταχώριση» και στη συνέχεια διαγράφονταν με αναφορές όπως «Λάθος καταχώριση» ή «Εκ παραδρομής εγγραφή», σε μια προσπάθεια να καλυφθούν τα ίχνη της απάτης.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι η εγκληματική οργάνωση δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το 2019 και ότι η ζημία σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ελληνικού Δημοσίου ξεπερνά τα 4,5 εκατομμύρια ευρώ.

